Αρχική

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Φραγκοσυκιά


Tόσο η φραγκοσυκιά όσο και οι καρποί, αλλά και τα άνθη της έχουν θεραπευτικές ιδιότητες  για διάφορες παθήσεις του ανθρώπινου οργανισμού.
Είναι από τα λίγα φυτά που μπορούν να αξιοποιηθούν εξ’ ολοκλήρου και επιπρόσθετα είναι και προληπτικό και θεραπευτικό ίαμα.
Η χρήση των καρπών ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού.
Οι ευεργετικές ιδιότητες της φραγκοσυκιάς είναι οι εξής:         
•          Ισχυρό αντιφλεγμονώδες. Χρησιμοποιείται σαν κατάπλασμα για τη θεραπεία των αποστημάτων, τη διόγκωση του σπληνός, την ελονοσία, τους μώλωπες και την περιποίηση των τραυμάτων.
•          Για τη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και της παχυσαρκίας.
•          Αντιδιαβητικές ιδιότητες.  
•          Κατά της υπερτροφίας του προστάτη
•          Κατά της χοληστερόλης
•          Κατά της φλεβίτιδος
•          Κατά διαφόρων πνευμονικών παθήσεων
•          Παράγοντας για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών καρκίνου (μαστού, προστάτη, στομάχου, πνευμόνων, παγκρέατος) λόγω των φλαβονοειδών που περιέχουν.
•          Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα


Τα άνθη και τα φύλλα χρησιμοποιούνται ως διουρητικά, αντισπασμωδικά, αντιδιαρροϊακά, αιμολυτικά, καθώς για καταπολέμηση της ψαμμιάσεως (άμμος στα νεφρών) και της νεφρίτιδος.
Δείτε πώς καθαρίζονται τα φραγκόσυκα


Σάρκωμα Kaposi


Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, M.DPhD
Το σάρκωμα Kaposi (KS). ICD-10 C46, είναι ένας όγκος που προκαλείται από τον ανθρώπινο ερπητοϊό 8 (HHV8).
Tο σάρκωμα  του Kaposi είναι μια συστηματική πολυεστιακή νεοπλασματική υπερπλασία που αποτελείται από στοιχεία του αγγειακού και του συνδετικού ιστού.
Περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Moriz Kaposi  το 1872.
Το σάρκωμα Kaposi  ταξινομείται σε τέσσερις διαφορετικούς τύπους
•               Κλασικό σάρκωμα Kaposi σε μεσήλικες άνδρες της Μεσογείου και εβραϊκής καταγωγής
•               Ιατρογενές σάρκωμα Kaposi που αναπτύσσεται σε  ασθενείς που έχουν κάνει μεταμόσχευση οργάνων και υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία
•               Το αφρικανικό σάρκωμα Kaposi που προσβάλλει παιδιά και ενήλικες στην Αφρική
•               Και το σάρκωμα Kaposi που αναπτύσσεται σε ασθενείας πάσχοντες από AIDS
Προσβάλλει περισσότερο τους άνδρες και προσβάλλει ηλικίες από 16-75 ετών.
Ο HHV-8 είναι υπεύθυνος για όλους τους τύπους του KS (KSHV).
Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, ο ιός μεταδίδεται μέσω του σάλιου. Έτσι, το φιλί είναι ένας θεωρητικός παράγοντας κινδύνου για μετάδοση. Υπάρχουν υψηλότερα ποσοστά μετάδοσης μεταξύ ομοφυλόφιλων. Μια άλλη εναλλακτική θεωρία υποστηρίζει ότι η χρήση του σάλιου ως λιπαντικό κατά τη σεξουαλική πράξη μπορεί να είναι τρόπος μετάδοσης. Η  συμβουλή είναι να χρησιμοποιούνται εμπορικά λιπαντικά όταν χρειάζεται και να αποφεύγονται τα βαθιά φιλιά με τους εταίρους με λοίμωξη KSHV ή με άγνωστους.
Ο KSHV είναι μεταδοτικός κατά τη μεταμόσχευση οργάνων, και σε μικρότερο βαθμό μέσω της μετάγγισης αίματος.  Δοκιμές για τον ιό πριν από τις διαδικασίες αυτές περιορίζει αποτελεσματικά την ιατρογενή μετάδοση.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Στους ασθενείς με κλασικό KS, οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως στη ραχιαία επιφάνεια του ποδιού και στα κάτω άκρα, ως πολυεστιακοί κυανέρυθροι όγκοι, ευαίσθητοι και κνησμώδεις.
Στο Αφρικανικό συνήθως προσβάλλει το δέρμα, τα σπλάχνα ή τους λεμφαδένες, ενώ στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς  στο πρόσωπο, στον κορμό, στη στοματική κοιλότητα και στα εσωτερικά όργανα (η «επιδημική» μορφή). 
Σε προχωρημένο στάδιο, οι βλάβες μπορεί να συρρέουν και να σχηματίζουν μεγάλες πλάκες, οι οποίες κάποιες φορές αποφράσσουν τα λεμφαγγεία προκαλώντας τοπικό οίδημα. Η συμμετοχή των εσωτερικών οργάνων, όπως η γαστρεντερική οδός ή οι πνεύμονες, μπορεί να προκαλέσει μεταξύ άλλων δυσπεψία ή δύσπνοια. Στους μεγάλους άντρες οι βλάβες εμφανίζονται πρώτα στα δάχτυλα των ποδιών ή στα πόδια.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Χαρακτηριστικοί όγκοι στο δέρμα παραπέμπουν σε αυτή τη διάγνωση, η οποία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοψία. Διήθηση από άτυπα ατρακτοκύτταρα, από αγγειωματώδεις πόρους, από ευμεγέθεις υπερχρωματικούς πυρήνες, από ατρακτόμορφα περιαγγειακά κύτταρα και μακροφάγα γεμάτη από αιμοσιδηρίνη.
Διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη βακτηριδιακή αγγειωμάτωση.


ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Οι επιλογές περιλαμβάνουν την ακτινοθεραπεία, τη χημειοθεραπεία κατά του καρκίνου, την ορμονοθεραπεία και την ιντερφερόνη α.
Μόλις γίνει η διάγνωση του KS, η θεραπεία βασίζεται στον υπότυπο και την παρουσία εντοπισμένης ή  συστηματικής νόσου.  
Η εντοπισμένη νόσος η δερματική μπορεί να θεραπευθεί με κρυοθεραπεία, ενδοτραυματικές ενέσεις βινβλαστίνης, γέλη αλιτρετινοΐνης, ακτινοθεραπεία, με ακτίνες Χ 1.000-2.000 rads, ηλεκτρονική ακτινοθεραπεία, ανοσοθεραπεία τοπική (imiquimod), ή χειρουργική εκτομή. 
Εκτεταμένη νόσος δερματική και / ή εσωτερική νόσος μπορεί να απαιτούν χημειοθεραπεία και ανοσοθεραπεία. 
Η διακοπή ή μείωση της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας συνιστάται όταν το KS προκύπτει ότι είναι αιτία αυτής. Ωστόσο, στο σάρκωμα Kaposi από AIDS έχει αποδειχθεί ότι η HAART (Highly Active Antiretroviral Therapy-υψηλής δραστικότητας αντιρετροϊκή θεραπεία) βοηθά στην πρόληψη και θεραπεία. Μερικοί ασθενείς με AIDS έχουν πλήρη υποχώρηση των βλαβών και παρατεταμένη ύφεση. ενώ συνεχίζεται η θεραπεία. Ως εκ τούτου, η HAART πρέπει να θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής για τους ασθενείς αυτούς, αν και μπορεί να απαιτούνται ταυτόχρονα και άλλες θεραπείες.
Σε γενικές γραμμές, η χειρουργική επέμβαση δεν συνιστάται, γιατί το  σάρκωμα Kaposi μπορεί να εμφανιστεί στα όρια εκτομής. Σε γενικές γραμμές, όταν η ασθένεια επηρεάζει τα εσωτερικά όργανα, απαιτεί συστηματική θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα, λιποσωμική ανθρακυκλίνη, δοξορουβικίνη, βλεομυκίνη, βινβλαστίνη, βινκριστίνη, ιντρφερόνη.
ΠΡΟΛΗΨΗ
Οι εξετάσεις αίματος για την ανίχνευση αντισωμάτων κατά του KSHV χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του εάν ένας ασθενής είναι σε κίνδυνο για μετάδοση της μόλυνσης σε έναν σεξουαλικό σύντροφο, ή αν ένα όργανο έχει μολυνθεί πριν από την μεταμόσχευση. 
Μόνο το 6% των ομοφυλόφιλων ανδρών γνωρίζουν ότι KS προκαλείται από έναν ιό διαφορετικό από τον ιό HIV.  
Σε ασθενείς με AIDS, το σάρκωμα Kaposi θεωρείται μια ευκαιριακή λοίμωξη, επειδή το ανοσοποιητικό σύστημα έχει αποδυναμωθεί. 
Πρόγνωση
Έχει 10ετή επιβίωση η ανώδυνη μορφή  και πολύ φτωχή πρόγνωση όταν σχετίζεται με το AIDS
Βιβλιογραφία
Πλήρης Κλινική Συμβουλή σε 5 λεπτά, Mark R. Dambro, Εκδ. Πασχαλίδης
Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Λ. Γαλατσίου 135 & Μπουμπουλίνας, Γαλάτσι
Τ.Κ.: 111 46
Τηλ: 210 2131940, Κιν: 6974639366
e-mail: sevvimalliou@gmail.com
Ιατρός ΕΟΠΥΥ



Ουρεόπλασμα



Tο ουρεόπλασμα (U. urealyticum) αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του γεννητικών οργάνων τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών. Έχει βρεθεί σε περίπου 70% των σεξουαλικά ενεργών ανθρώπων.
Έχει, επίσης, συσχετιστεί με έναν αριθμό ασθενειών στον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένης της μη-ειδικής ουρηθρίτιδας, της στειρότητας, της χοριοαμνιονίτιδας, του θνησιγενούς πρόωρου τοκετού, και, στην περιγεννητική περίοδο με πνευμονία, βρογχοπνευμονική δυσπλασία και μηνιγγίτιδα.
Tο ουρεόπλασμα αποτελεί παθογόνο μυκόπλασμα, που αποικίζει τα γεννητικά όργανα, είτε μέσω σεξουαλικής επαφής, είτε μέσω επιμόλυνσης σε κακά αποστειρωμένα ιατρικά κρεβάτια (π.χ. κατά την γυναικολογική εξέταση), στα νοσοκομεία και στα κοινωνικά ιδρύματα. Τα βρέφη επιμολύνονται κατά τον τοκετό με την διάβασή τους από τη μολυσμένη γεννητική οδό.
Το ουρεόπλασμα πολλές φορές συμβιώνει με τον άνθρωπο, χωρίς να προκαλεί βλάβες. Ωστόσο σε ευαίσθητα άτομα προκαλεί μία ποικιλία κλινικών συνδρόμων και λοιμώξεων.
Ταξινόμηση
Υπάρχουν έξι είδη αναγνωρισμένα. Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξή τους. Ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του γένους είναι ότι εκτελούν υδρόλυση ουρίας.
Συμπτώματα
Tα κύρια συμπτώματα που εμφανίζει η λοίμωξη από ουρεόπλασμα είναι στην γυναίκα κολπίτιδα, ουρηθρίτιδα, τραχηλίτιδα, σαλπιγγίτιδα, αυξημένες εκκρίσεις κολπικών υγρών, τσούξιμο και πόνο.
Στον άνδρα ουρηθρίτιδα, πόνο και τσούξιμο κατά την ούρηση, καθώς, και διόγκωση και πόνο της επιδιδυμίδας.
Σε πολλές περιπτώσεις η λοίμωξη από ουρεόπλασμα μπορεί να είναι ασυμπτωματική και μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς, διότι έχει αποδειχθεί ότι η χρόνια λοίμωξη από ουρεόπλασμα συσχετίζεται με  στειρότητα.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση της πάθησης τεκμηριώνεται από το ιστορικό, την κλινική εικόνα και την εργαστηριακή εξέταση, κυρίως. Το ουρεόπλασμα ανιχνεύεται σε κολποτραχηλικά υγρά και στο σπέρμα, συνήθως.
Θεραπεία
Η δοξυκυκλίνη είναι το φάρμακο εκλογής, αλλά και η αζιθρομυκίνη χρησιμοποιείται, επίσης, για 5 ημέρες. Η στρεπτομυκίνη είναι μια εναλλακτική λύση, αλλά  πρέπει να χορηγείται με ένεση. Οι πενικιλλίνες είναι αναποτελεσματικές για το  U. urealyticum γιατί δεν έχει κυτταρικό τοίχωμα που είναι ο κύριος στόχος του φαρμάκου.
Η χρήση προφυλακτικού ελαττώνει τη συχνότητα εμφάνισης διαφόρων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων, γονόρροιας, ουρεοπλάσματος και πυελικής φλεγμονής.
Η εκρίζωση του ουρεοπλάσματος από το κατώτερο γεννητικό σύστημα (κυρίως από τον κόλπο) είναι δύσκολη. Αιτία γι’αυτό είναι το ότι το όξινο pH του κόλπου αδρανοποιεί τα αποτελεσματικά αντιβιοτικά, όπως η ερυθρομυκίνη. Πάρα ταύτα, σε επίμονες καταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται σε τετρακυκλίνες, πρέπει να εφαρμόζεται αγωγή με ερυθρομυκίνη ή κινολόνες.



Ουρική αρθρίτιδα


Η ουρική αρθρίτιδα, ICD-10 M10, επίσης, γνωστή ως ποδάγρα όταν πρόκειται για το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, είναι μια ιατρική κατάσταση που χαρακτηρίζεται συνήθως από επαναλαμβανόμενη  οξεία φλεγμονώδη αρθρίτιδα.
Η φάλαγγα μεταταρσίου στη βάση του μεγάλου δακτύλου του ποδιού επηρεάζεται πιο συχνά (περίπου 50% των περιπτώσεων), η οποία είναι κόκκινη, ζεστή  και  πρησμένη. Και άλλες αρθρώσεις, μπορεί, επίσης, να επηρεαστούν. Ο  πόνος αρχίζει, συνήθως, κατά τη διάρκεια της νύχτας και  οφείλεται στη χαμηλότερη θερμοκρασία του σώματος. Άλλα συμπτώματα είναι η κούραση και ο υψηλός πυρετός.
Επίσης, μπορεί να συνυπάρχουν τόφοι που είναι ανώδυνες εναποθέσεις  των κρυστάλλων ουρικού οξέος και χρόνια αρθρίτιδα με διάβρωση των οστών, πέτρες στα νεφρά, ουρικό οξύ ή νεφροπάθεια.
Αιτίες ουρικής αρθρίτιδας
Αιτία είναι τα αυξημένα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα. Το ουρικό οξύ κρυσταλλώνεται, και οι κρύσταλλοι εναποτίθενται σε αρθρώσεις, τένοντες, και τους περιβάλλοντες ιστούς.
Η ουρική αρθρίτιδα έχει αυξηθεί σε συχνότητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και επηρεάζει περίπου το 1-2% του δυτικού πληθυσμού κάποια στιγμή στη ζωή τους. 
Η αύξηση αυτή πιστεύεται ότι οφείλεται στην αύξηση των παραγόντων κινδύνου στον πληθυσμό, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, το  μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής και οι αλλαγές στη διατροφή. 
Η ουρική αρθρίτιδα ήταν ιστορικά γνωστή ως «η νόσος των βασιλέων" ή "η νόσος των  πλουσίων».
Η διατροφή με κατανάλωση αλκοόλ, φρουκτόζης, ζαχαρούχων ποτών, κρεάτων, θαλασσινών προδιαθέτει στην εμφάνιση της ουρικής αρθρίτιδας.   Άλλες αιτίες, περιλαμβάνουν το σωματικό τραύμα και τη χειρουργική επέμβαση. 
Η κατανάλωση του καφέ, η βιταμίνη C και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, καθώς και η φυσική άσκηση, φαίνεται να μειώνουν τον κίνδυνο. 
Η εμφάνιση της ουρικής αρθρίτιδας είναι εν μέρει γενετική, συμβάλλοντας σε περίπου 60% της μεταβλητότητας στο επίπεδο ουρικού οξέος. Τρία γονίδια που ονομάζονται SLC2A9, SLC22A12 και ABCG2  σχετίζονται με την ουρική αρθρίτιδα, και μεταβολές σε αυτά μπορεί να διπλασιάσουν τον κίνδυνο. Μερικές σπάνιες γενετικές διαταραχές, όπως η οικογενής νεανική υπερουριχαιμική νεφροπάθεια, η κυστική μυελική νόσος των νεφρών, η ανεπάρκεια της φωσφοριβοζυλτρανσφεράσης της  υποξανθίνης-γουανίνης, όπως στο σύνδρομο Lesch-Nyhan, σχετίζονται με ουρική αρθρίτιδα. 
Η ουρική αρθρίτιδα εμφανίζεται συχνά σε συνδυασμό με άλλα ιατρικά προβλήματα. 
Το μεταβολικό σύνδρομο, είναι ένας συνδυασμός της κοιλιακής παχυσαρκίας, της υπέρτασης, της αντίστασης στην ινσουλίνη και μη φυσιολογικών επιπέδων λιπιδίων και  εμφανίζεται σε περίπου 75% των περιπτώσεων.  Άλλες καταστάσεις που συχνά συνοδεύονται από ουρική αρθρίτιδα περιλαμβάνουν την πολυκυτταραιμία, τη δηλητηρίαση από μόλυβδο, τη νεφρική ανεπάρκεια, την αιμολυτική αναιμία, την ψωρίαση, και οι μεταμοσχεύσεις οργάνων. Ένας δείκτης μάζας σώματος μεγαλύτερος ή ίσος με 35 αυξάνει τον κίνδυνο για ουρική αρθρίτιδα τρεις φορές.  Η χρόνια έκθεση σε μόλυβδο είναι παράγοντας κινδύνου για ουρική αρθρίτιδα, λόγω των αρνητικών επιπτώσεων του μολύβδου στη λειτουργία των νεφρών. Το  σύνδρομο Lesch-Nyhan συνδέεται συχνά με ουρική αρθρίτιδα.
Τα διουρητικά έχουν συσχετισθεί με εξάρσεις της ουρικής αρθρίτιδας. Ωστόσο, μια μικρή δόση υδροχλωροθειαζίδης δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο. Άλλα φάρμακα που έχουν συσχετιστεί με ουρική αρθρίτιδα περιλαμβάνουν τη νιασίνη και την ασπιρίνη (ακετυλοσαλικυλικό οξύ). Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα κυκλοσπορίνη και tacrolimus συνδέονται επίσης με την ουρική αρθρίτιδα, ιδιαίτερα όταν η κυκλοσπορίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη.
Παθοφυσιολογία της ουρικής αρθρίτιδας
Η ουρική αρθρίτιδα είναι μια διαταραχή του μεταβολισμού της πουρίνης  και συμβαίνει όταν ο τελικός μεταβολίτης της, το ουρικό οξύ, κρυσταλλώνεται υπό την μορφή του ουρικού μονονατρίου και εναποτίθενται στις αρθρώσεις, στους τένοντες, και στους περιβάλλοντες ιστούς. Οι κρύσταλλοι αυτοί ενεργοποιούν μια άνοση φλεγμονώδη αντίδραση, με τη μεσολάβηση της ιντερλευκίνης 1β. Μία απώλεια της ουρικάσης, η οποία διασπά το ουρικό οξύ, παρατηρείται στη συνέχεια. Οι χαμηλές θερμοκρασίες, οι ταχείες μεταβολές των επιπέδων του ουρικού οξέος, η  οξέωση, οι πρωτεΐνες του εξωκυτταρικού πλέγματος, όπως οι πρωτεογλυκάνες, τα κολλαγόνα, και θειική χονδροϊτίνη, έχουν ενοχοποιηθεί, επίσης. Οι ταχείες αλλαγές στο ουρικό οξύ μπορεί να συμβάλλουν στις κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, όπως σε τραύμα, χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία, διουρητικά, και διακοπή ή έναρξη αλλοπουρινόλη.  Οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου και η λοσαρτάνη σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας σε σύγκριση με άλλα φάρμακα για την υπέρταση.
Διάγνωση ουρικής αρθρίτιδας
Η ουρική αρθρίτιδα μπορεί να διαγνωστεί  με την υπερουριχαιμία και την εικόνα της  ποδάγρας. Η ανάλυση αρθρικού υγρού γίνεται αν η διάγνωση είναι αμφίβολη. Οι  ακτίνες-Χ, ενώ είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας, έχουν μικρή χρησιμότητα σε οξείες επιθέσεις.
Αρθρικό υγρό
Η οριστική διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας βασίζεται στην ταυτοποίηση των κρυστάλλων μονονατρίου ουρικού οξέος στο αρθρικό υγρό ή σε έναν τόφο.  Υπό μικροσκοπία πολωμένου φωτός, έχει μια βελονοειδή μορφολογία και ισχυρή αρνητική διπλοθλαστικότητα. Το υγρό πρέπει  να εξεταστεί σχετικά γρήγορα μετά την αναρρόφηση, γιατί η  θερμοκρασία και το ρΗ επηρεάζουν τη διαλυτότητά του.
Οι εξετάσεις αίματος
Η υπερουριχαιμία είναι ένα κλασικό χαρακτηριστικό της ουρικής αρθρίτιδας, αλλά  οι περισσότεροι άνθρωποι με αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος δεν αναπτύσσουν ποτέ ουρική αρθρίτιδα.  Έτσι, η διαγνωστική χρησιμότητα της μετρήσεως επιπέδων ουρικού οξέος είναι περιορισμένη.
Υπερουριχαιμία ορίζεται ως ένα επίπεδο ουρικού οξέος στο πλάσμα μεγαλύτερο από 420 μmol/l (7,0 mg/dl) σε άνδρες και 360 μmol/l (6,0 mg/dl) σε γυναίκες. Άλλες δοκιμές αίματος είναι η μέτρηση λευκών αιμοσφαιρίων, οι ηλεκτρολύτες, η νεφρική λειτουργία, και η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ). Ωστόσο, αμφότερα τα λευκά κύτταρα του αίματος και ΤΚΕ μπορεί να είναι αυξημένα λόγω της ουρικής αρθρίτιδας και σε απουσία μόλυνσης. Ένα αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων τόσο υψηλός όσο 40,0 × 109/l (40,000/mm3) έχει τεκμηριωθεί. 
Διαφορική διάγνωση
Η πιο σημαντική διαφορική διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας είναι η σηπτική αρθρίτιδα. Αυτό θα πρέπει να εξεταστεί σε άτομα με συμπτώματα λοίμωξης ή σε εκείνους που δεν βελτιώνονται με τη θεραπεία. Άλλες καταστάσεις που μοιάζουν περιλαμβάνουν την ψευδοουρική και τη  ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οι ουρική τόφοι μπορεί να μπερδευτούν με το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα,  ή άλλα νεοπλάσματα.
Πρόληψη
Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και τα φάρμακα μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος.
Διαιτητικά η μείωση της πρόσληψης τροφίμων, όπως το κρέας και τα θαλασσινά, η επαρκής πρόσληψη  βιταμίνη C, ο περιορισμός του  αλκοόλ και της φρουκτόζης, και η  αποφυγή της παχυσαρκίας βοηθούν. 
Μια δίαιτα χαμηλή σε θερμίδες σε παχύσαρκους άνδρες μειώνει τα επίπεδα ουρικού οξέος κατά 100 μmol/l (1,7 mg / dl). 
Η Βιταμίνη C σε δοσολογία 1500 mg ανά ημέρα μειώνει τον κίνδυνο της ουρικής αρθρίτιδας κατά 45%. 
Ο καφές και το  τσάι συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο για  ουρική αρθρίτιδα. Η ουρική αρθρίτιδα μπορεί να είναι δευτερεύουσα επιπλοκή  σε άπνοια κατά τον ύπνο, μέσω της απελευθέρωσης των πουρινών από τα ανοξαιμικά  κύτταρα. Η θεραπεία της άπνοιας μπορεί να μειώσει την εμφάνιση των εξάρσεων.


Θεραπεία
Οι επιλογές για την θεραπεία της οξείας φάσης περιλαμβάνει τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), την κολχικίνη και τα κορτικοστεροειδή, ενώ οι επιλογές για την πρόληψη περιλαμβάνουν την αλλοπουρινόλη, τη φεβουξοστάτη και την προβενεσίδη. Μειώνοντας τα επίπεδα ουρικού οξέος μπορεί να θεραπευθεί η  ασθένεια.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
Τα NSAIDs είναι η συνήθης θεραπεία πρώτης γραμμής για την ουρική αρθρίτιδα. Η βελτίωση μπορεί να εμφανισθεί μέσα σε τέσσερις ώρες, και η θεραπεία συνιστάται για μία έως δύο εβδομάδες. Δεν συνιστάται, ωστόσο, σε εκείνους με ορισμένα άλλα προβλήματα υγείας, όπως γαστρεντερική αιμορραγία, νεφρική ανεπάρκεια ή καρδιακή ανεπάρκεια. Η  ινδομεθακίνη, η ιβουπροφαίνη κ.α. χρησιμοποιούνται. Για εκείνους που διατρέχουν κίνδυνο γαστρικών παρενεργειών από ΜΣΑΦ, ένας αναστολέας αντλίας πρωτονίων μπορεί να δοθεί.
Κολχικίνη
Η κολχικίνη είναι μια εναλλακτική λύση για όσους δεν μπορούν να ανεχθούν τα ΜΣΑΦ.  Η Κολχικίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει  με άλλα φάρμακα, όπως η ατορβαστατίνη και ερυθρομυκίνη.
Στεροειδή
Τα γλυκοκορτικοειδή έχουν βρεθεί τόσο αποτελεσματικά όσο τα ΜΣΑΦ  και μπορεί να χρησιμοποιηθούν εάν υπάρχουν αντενδείξεις.  Μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε βελτίωση όταν ενίονται μέσα στην άρθρωση. Η Κοινή λοίμωξη πρέπει να αποκλείεται, ωστόσο, γιατί τα στεροειδή επιδεινώνουν αυτή την κατάσταση.
Pegloticase
Η Pegloticase εγκρίθηκε στις ΗΠΑ για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας το 2010. Πρόκειται για μια επιλογή για το 3% των ανθρώπων που έχουν δυσανεξία σε άλλα φάρμακα. Η  Pegloticase χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση κάθε δύο εβδομάδες.
Προφύλαξη
Ένας αριθμός φαρμάκων είναι χρήσιμα για την πρόληψη περαιτέρω επεισοδίων της ουρικής αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένων του αναστολέα οξειδάσης της ξανθίνης (αλλοπουρινόλη και φεβουξοστάτη) και ουρικοζουρικών (συμπεριλαμβανομένων της προβενεσίδης και σουλφινπυραζόνης).
Αρχίζει η θεραπεία  μία έως δύο εβδομάδες μετά την λήξη της οξείας προσβολής  και χρησιμοποιούνται συχνά σε συνδυασμό είτε με έναν NSAID ή κολχικίνη για τους πρώτους τρεις έως έξι μήνες. Το ουρικό οξύ πρέπει να είναι κάτω από 300 - 360 μmol/l(5,0 - 6,0 mg / dl), και συνεχίζεται η θεραπεία επ 'αόριστον. Εάν τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται χρονίως κατά τη στιγμή της οξείας προσβολής πρέπει να διακόπτονται. Γενικά η προβενεσίδη φαίνεται λιγότερο αποτελεσματική από την αλλοπουρινόλη. 
Τα ουρικοζουρικά δεν συνιστώνται αν ένα άτομο έχει ιστορικό  λίθων των νεφρών.  Σε μια 24-ωρη απέκκριση ουρικού οξέος ούρων άνω των 800 mg, το οποίο υποδεικνύει υπερπαραγωγή, ένας αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης προτιμάται. Οι αναστολείς οξειδάσης ξανθίνης (αλλοπουρινόλη και φεβουξοστάτη)  είναι ασφαλής και καλά ανεκτή φαρμακευτική αγωγή, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια ή πέτρες ουρικού οξέος, μολονότι η αλλοπουρινόλη προκάλεσε υπερευαισθησία σε ένα μικρό αριθμό ατόμων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εναλλακτική λύση με φεβουξοστάτη, έχει προταθεί.
Πρόγνωση
Χωρίς θεραπεία, μία οξεία προσβολή της ουρικής αρθρίτιδας συνήθως υποχωρεί μέσα σε πέντε έως επτά ημέρες. Πάντως, 60% των ανθρώπων έχουν μια δεύτερη προσβολή εντός ενός έτους.  Εκείνοι με ουρική αρθρίτιδα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης, σακχαρώδους διαβήτη, μεταβολικού συνδρόμου, και  νεφρικής και καρδιαγγειακής νόσο.
Χωρίς θεραπεία, τα επεισόδια της οξείας ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια ουρική αρθρίτιδα με την καταστροφή των οστών, παραμόρφωση των αρθρώσεων, και ανώδυνους τόφους.  Αυτοί οι τόφοι εμφανίζονται στο 30% των ατόμων που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία για πέντε χρόνια, συχνά στην έλικα του αυτιού, στο ωλέκρανο, ή  τον Αχίλλεοι τένοντα.   Με την επιθετική θεραπεία, μπορούν να διαλυθούν. Οι πέτρες στα νεφρά, επίσης, μπορεί να περιπλέξουν την ουρική αρθρίτιδα, σε ποσοστό μεταξύ 10 και 40%, και να συμβεί λόγω του χαμηλού pH των ούρων και την προώθηση της καθίζησης του ουρικού οξέος.  Άλλες μορφές  χρόνιας νεφρικής δυσλειτουργίας μπορούν να συμβούν.
Ένας αριθμός νέων φαρμάκων είναι υπό μελέτη για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένων των anakinra, canakinumab, και rilonacept. Ένα ανασυνδυασμένο ένζυμο ουρικάσης (rasburicase) είναι διαθέσιμο. Η χρήση του, ωστόσο, είναι περιορισμένη, δεδομένου ότι πυροδοτεί μια αυτοάνοση απόκριση. 
Βιβλιογραφία
  • Chen LX, Schumacher HR (October 2008). "Gout: an evidence-based review". J Clin Rheumatol 14 (5 Suppl): S55–62.
  • Schlesinger N (March 2010). "Diagnosing and treating gout: a review to aid primary care physicians". Postgrad Med 122(2): 157–61
  • Terkeltaub R (January 2010). "Update on gout: new therapeutic strategies and options". Nat Rev Rheumatol 6 (1): 30–8..
  • Tausche AK, Jansen TL, Schröder HE, Bornstein SR, Aringer M, Müller-Ladner U (August 2009). "Gout--current diagnosis and treatment".Dtsch Arztebl Int 106 (34–35): 549–55.
  • Richette P, Bardin T (January 2010). "Gout". Lancet 375 (9711): 318–28. 
  • Vitart V, Rudan I, Hayward C, et al. (April 2008). "SLC2A9 is a newly identified urate transporter influencing serum urate concentration, urate excretion and gout". Nat. Genet. 40 (4): 437–42.
  • Weaver, AL (2008 Jul). "Epidemiology of gout". Cleveland Clinic journal of medicine 75 Suppl 5: S9–12. 
  • Weaver AL (July 2008). "Epidemiology of gout". Cleve Clin J Med 75 Suppl 5: S9–12. .
  • Hak AE, Choi HK (March 2008). "Lifestyle and gout". Curr Opin Rheumatol 20 (2): 179–86. 
  • Williams PT (May 2008). "Effects of diet, physical activity and performance, and body weight on incident gout in ostensibly healthy, vigorously active men". Am. J. Clin. Nutr. 87 (5): 1480–7.
  • Choi HK (March 2010). "A prescription for lifestyle change in patients with hyperuricemia and gout". Curr Opin Rheumatol 22 (2): 165–72..
  • Merriman, TR; Dalbeth, N (2011 Jan). "The genetic basis of hyperuricaemia and gout.". Joint, bone, spine : revue du rhumatisme 78(1): 35–40. 
  • Reginato AM, Mount DB, Yang I, Choi HK (September 2012). "The genetics of hyperuricaemia and gout". Nat Rev Rheumatol.
  • Laubscher T, Dumont Z, Regier L, Jensen B (December 2009)."Taking the stress out of managing gout". Can Fam Physician 55 (12): 1209–12
  • Firestein, MD, Shaun; Budd, MD, Ralph C.; Harris Jr., MD, Edward D. et al., eds. (2008). "Chapter 87: Gout and Hyperuricemia". KELLEY'S Textbook of Rheumatology (8th ed.). Elsevier. 
  • Choi HK, Soriano LC, Zhang Y, Rodríguez LA (2012). "Antihypertensive drugs and risk of incident gout among patients with hypertension: population based case-control study.". BMJ 344: d8190.
  • Sachs L, Batra KL, Zimmermann B (November 2009). "Medical implications of hyperuricemia". Med Health R I 92 (11): 353–55
  • Jordan DR, Belliveau MJ, Brownstein S, McEachren T, Kyrollos M (2008). "Medial canthal tophus". Ophthal Plast Reconstr Surg 24 (5): 403–4..
  • Sano K, Kohakura Y, Kimura K, Ozeki S (March 2009). "Atypical Triggering at the Wrist due to Intratendinous Infiltration of Tophaceous Gout". Hand (N Y) 4 (1): 78–80. 
  • Choi HK, Gao X, Curhan G (March 2009). "Vitamin C intake and the risk of gout in men: a prospective study". Arch. Intern. Med. 169 (5): 502–7.
  • Winzenberg T, Buchbinder R (July 2009). "Cochrane Musculoskeletal Group review: acute gout. Steroids or NSAIDs? Let this overview from the Cochrane Group help you decide what's best for your patient". J Fam Pract58 (7): E1–4. 
  • Sundy, JS; Baraf, HS, Yood, RA, Edwards, NL, Gutierrez-Urena, SR, Treadwell, EL, Vázquez-Mellado, J, White, WB, Lipsky, PE, Horowitz, Z, Huang, W, Maroli, AN, Waltrip RW, 2nd, Hamburger, SA, Becker, MA (2011 Aug 17). "Efficacy and tolerability of pegloticase for the treatment of chronic gout in patients refractory to conventional treatment: two randomized controlled trials.". JAMA: the Journal of the American Medical Association306 (7): 711–20. 
  • Ali, S; Lally, EV (2009 Nov). "Treatment failure gout.". Medicine and health, Rhode Island 92 (11): 369–71. 
  • Elizabeth D Agabegi; Agabegi, Steven S. (2008). Step-Up to Medicine (Step-Up Series). Hagerstwon, MD: Lippincott Williams & Wilkins. pp. 251. 


Tεστ DNA


Η βιολογική μας ταυτότητα
Η βιολογική ταυτότητα κάθε ανθρώπου είναι η βάση της ύπαρξής του και αποτελεί το μεγαλύτερο αποδεικτικό για το ποιοι είμαστε.
Σκοπός της ανάλυσης DNA είναι να προσφέρει υπηρεσίες ταυτοποίησης DNA και ανίχνευσης βιολογικών στοιχείων, όπως αίματος, σιέλου και σπέρματος σε υποθέσεις που συνδέονται με εγκληματικές ενέργειες, όπως δολοφονίες, βιασμοί και απαγωγές.
Εκτός αυτού, μπορεί να παρέχει αναλύσεις για την επιβεβαίωση βιολογικών δεσμών, όπως τεστ πατρότητας, τεστ αδελφών, τεστ συγγένειας, μέσω μιας απλής δειγματοληψίας π.χ σάλιου.
Η αποκρυπτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος ήταν σταθμός τόσο για την γενετική όσο και για την μοριακή βιολογία.
Η μελέτη του DNA είναι ένας σύγχρονος επιστημονικός κλάδος γενετικής, που μελετά τον γενετικό κώδικα (DNA), χρησιμοποιώντας τεχνικές Μοριακής Βιολογίας.
Η μελέτη του DNA ασχολείται με την μελέτη γονιδίων που σχετίζονται με την εμφάνιση γενετικών νοσημάτων, όπως η μεσογειακή αναιμία, η κυστική ίνωση, η θρομβοφιλία, αλλά και με την γενετική ταυτοποίηση των ατόμων, δηλαδή με την εξακρίβωση της βιολογικής τους ταυτότητας  και της βιολογικής τους σύνδεσης με άλλα άτομα, καθώς και με την ταυτοποίησή τους για πιθανή συμμετοχή σε εγκληματικές ή άλλες ενέργειες.
emedi.gr

Μελανούρι


Saddled seabream - Μελανούρι (Oblada melanura)
Το μελανούρι είναι ένα από τα ψαριά που αναζητούνται στο ερασιτεχνικό ψάρεμα. 
Βρίσκεται σε αμμουδερούς βυθούς, κοντά στα βράχια των λιμανιών που σπάει το κύμα. 
Ψαρεύεται από την άνοιξη κρεμαστά από τα βράχια, από το σκάφος με συρτή, κάθετη, δόλωμα σκουλήκι, γαρίδα, κομμάτι σαρδέλας, ζυμάρι με τυρί, κουταλάκια με φτερά και αλλά. 
Το μήκος φτάνει τα 20-30 εκατοστά με νόστιμο κρέας.
Το μελανούρι είναι στενός συγγενής του σαργού. Το μελανούρι με το ασημένιο σώμα και τη μαύρη γραμμή στην ουρά θεωρείται από τα πιο νόστιμα  της Ελληνικής θάλασσας. 
Η ιδανική μαγειρική του θεωρείται η σχάρα ή το τηγάνι, εφόσον είναι μικρά.


Tα μαχαίρια του σεφ


Τα είδη των μαχαιριών και οι χρήσεις τους.
Τα μαχαίρια που είναι απαραίτητα στην κουζίνα:
1.Μπαλτάς: Χρησιμοποιείται για το κόψιμο κρέατος με κόκκαλο, αλλά και για λαχανικά. Οι Ασιάτες χρησιμοποιούν μόνο αυτό το μαχαίρι.
2.Του σεφ: Μαχαίρι γενικής χρήσεως με μήκος λεπίδας 15-30 εκατοστά., ανάλογα με το μήκος χεριού. Μερικοί χρησιμοποιούν για όλες τις εργασίες και δεν χρειάζονται άλλο μαχαίρι.
3.Santoku: Το μαχαίρι των Γιαπωνέζων. Ελαφρύτερο από τα ευρωπαϊκά. Χωρίς προστασία του χεριού στην αρχή της λεπίδας
4.Utiliy: Μαχαίρι για όλες τις χρήσεις. Δεν μπορεί όμως να το χρησιμοποιήσει κανείς με ταχύτητα.
5. Paring: Μαχαίρι με λεπίδα 6-10 εκατοστά, περισσότερο για λαχανικά και φρούτα.
6. Φιλεταρίσματος: Από τα ακριβότερα της αγοράς με μήκος 18-32 εκατοστά, ιδιαίτερα κοφτερό και επικίνδυνο στη χρήση του.

Παρά τα διαφορετικά είδη μαχαιριών οι σεφ λένε ότι τα δυο μαχαίρια (σεφ και utility) είναι αρκετά.
Πηγή
www.imerisia.gr

Τραυματισμός με βελόνα


Αντιμετώπιση τραυματισμού με βελόνα από ασθενή με ηπατίτιδα ή HIV.
Κάθε νοσοκομείο ή κάθε πάροχος υγείας πρέπει να έχει κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας.
-Καταρχήν γίνεται στην περιοχή τραυματισμού με τη βελόνη ευρεία αντισηψία. Η βελόνη πρέπει να φυλαχτεί για μικροβιολογική εξέταση. Σε επαφή με δέρμα ή βλεννογόνους (μάτι, στόμα), γίνεται προσεκτική πλύση.
-Προσπάθεια καθορισμού της ποσότητας του υλικού που μεταδόθηκε (η βελόνα που είναι γεμάτη με αίμα είναι χειρότερη από το μαχαιρίδιο και αυτό είναι χειρότερο από το απλό πιτσίλισμα.
-Προσδιορισμός του σταδίου ασθενούς. Υψηλότερος κίνδυνος μετάδοσης υπάρχει  σε ενεργό ηπατίτιδα B/C  ή προχωρημένο στάδιο AIDS
-Στο άτομο που τρυπήθηκε από την βελόνα γίνεται εξέταση για HBsAg, anti-HCV, ALT και anti-HIV τη στιγμή του ατυχήματος και πριν από τη χορήγηση προφύλαξης για HBV, HCV και HIV.
- Μετά από έκθεση ύποπτη για μετάδοση HBV
  • Χορήγηση προφύλαξης όσο το δυνατόν γρηγορότερα (εντός 24 ωρών), με βάση τον πίνακα 1
  • Χορήγηση υπεράνοσης γ-σφαιρίνης (HBIG), όπου ενδείκνυται, αμέσως ή το αργότερο μέσα σε μια εβδομάδα
  • Χορήγηση εμβολίου και HBIG, μπορεί να γίνει ταυτόχρονα, αλλά σε διαφορετικά σημεία
  • Προφύλαξη μπορεί να δοθεί σε εγκύους ή θηλάζουσες μητέρες
Πίνακας 1: Προφύλαξη μετά από Έκθεση Διαδερμική η Έκθεση Βλεννογόνων στον Ιο της Ηπατίτιδας Β
ΑΝ Η ΠΗΓΗ ΕΙΝΑΙ:
HBs Ag (+)
HBsAg (-)
Άγνωστη πηγή ή μη διαθέσιμη για έλεγχο
Υψηλού κινδύνου
Χαμηλού κινδύνου
Μη εμβολιασμένο άτομο
HBIG ( 1 δόση) και ξεκινούμε σχήμα εμβολιασμού
Ξεκινούμε σχήμα εμβολιασμού
Ξεκινούμε σχήμα εμβολιασμού
Ξεκινούμε σχήμα εμβολιασμού
Εμβολιασμένο άτομο με γνωστή ανταπόκριση
Anti-HBs >10mIU/mL
Καμία ενέργεια
Καμία ενέργεια
Καμία ενέργεια
Καμία ενέργεια
Γνωστή μή ανταπόκριση AntiHBs<10 mIU/mL
Άτομο χωρίς επανεμβολιασμό
HBIG (1 δόση) και έπανεμβολιασμός
Επανεμβολιασμός
HBIG (1 δόση) και έπανεμβολιασμός
Επανεμβολιασμός
Άτομο μετά από επανεμβολιασμό
HBIG (2 δόσεις)
Καμία ενέργεια
HBIG (2 δόσεις)
Καμία ενέργεια
Άγνωστη ανταπόκριση
Έλεγχος για AntiHBs
Εάν είναι ικανοποιητικός (AntiHBs>10mIU/mL) καμιά ενέργεια.
Μη ικανοποιητικός: HBIG (1 δόση) και 1 δόση επαναληπτικού εμβολίου, έλεγχος σε 1-2 μήνες
Καμία ενέργεια
Έλεγχος για AntiHBs
Ικανοποιητικός: καμιά ενέργεια.
Μη ικανοποιητικός: 1 δόση ενισχυτικού εμβολίου και έλεγχος AntiHBs 1-2 μήνες μετά
Άτομα σε διαδικασία εμβολιασμού
HBIG αμέσως και συνέχιση εμβολιασμού
Συνέχιση εμβολιασμού
Συνέχιση εμβολιασμού
1. Χορηγείται Ανοσοσφαιρίνη Ηπατίτιδας Β (HBIG) 0.06mL/Kg, ενδομυϊκά
2. Εάν το άτομο δεν έχει ικανοποιητική ανταπόκριση μετά από μια σειρά εμβολίων τότε επανεμβολιάζεται με δεύτερη σειρά με τρεις δόσεις εμβολίου
3. Χορηγείται η πρώτη δόση το συντομότερο δυνατό και η δεύτερη σε ένα μήνα
4.Ο έλεγχος γίνεται αμέσως
Προφύλαξη ή εμβόλιο για HCV λοίμωξη δεν υπάρχει
Μετά από έκθεση ύποπτη για μετάδοση HIV
  • Έναρξη χημειοπροφύλαξης άμεσα εντός 48-72 ωρών και χορήγηση για 4 εβδομάδες με βάση τον Πίνακα 2
  • Έλεγχος εγκυμοσύνης σε κάθε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν γνωρίζει ότι είναι έγκυος
Πίνακας 2. Συνιστώμενη χημειοπροφύλαξη για HIV μετά από διαδερμική έκθεση ή έκθεση βλεννογόνων ή μη ανέπαφου δέρματος  
Τύπος έκθεσης
HIV
οροθετικό άτομο Κατηγορία Ι 5
HIV
οροθετικό άτομο
Κατηγορία ΙΙ 6
Πηγή άγνωστης οροθετικότητας (π.χ. μη διαθέσιμη για έλεγχο)
Πηγή άγνωστη (π.χ. βελόνα σε απορρίμματα)
HIV οροαρνητι-κό άτομο
Α) Διαδερμική
έκθεση μικρής
βαρύτητας ή
Β) Έκθεση
Βλεννογόνων
ή μη ανέπαφου δέρματος με
μικρό όγκο
αίματος 2
Συνιστάται βασικό σχήμα χημειοπροφύλαξη: 2 φάρμακα
Συνιστάται ευρύ σχήμα χημειοπροφύλαξης:
Α) 3 φάρμακα
Β) 2 φάρμακα
Γενικά όχι χημειοπροφύλαξη εκτός εάν το άτομο-«πηγή» έχει γνωστούς παράγοντες κινδύνου (βασικό σχήμα)
Γενικά όχι χημειοπροφύλαξη εκτός εάν είναι πιθανή η έκθεση σε HIV-οροθετικά άτομα (βασικό σχήμα)
Όχι χημειοπρο-φύλαξη
Α) Διαδερμική έκθεση μεγάλης βαρύτητας 3 ή
Β) Έκθεση βλεννογόνων ή μη ανέπαφου δέρματος με μεγάλο όγκο αίματος 4
Συνιστάται ευρύ σχήμα χημειοπροφύ-λαξης:
Α) 3 φάρμακα
Β) 2 φάρμακα
Συνιστάται ευρύ σχήμα χημειοπροφύλαξης:
3 φάρμακα
Γενικά όχι χημειοπροφύλαξη εκτός εάν το άτομο-«πηγή» έχει γνωστούς παράγοντες κινδύνου (βασικό σχήμα)
Γενικά όχι χημειοπροφύλαξη εκτός εάν είναι πιθανή η έκθεση σε HIV-οροθετικά άτομα (βασικό σχήμα)
Όχι χημειοπρο-φύλαξη

1.Μικρής βαρύτητας: π.χ. συμπαγής βελόνα ή επιφανειακός τραυματισμός
2.Μικρού όγκου: π.χ. λίγες σταγόνες αίμα
3.Μεγάλης βαρύτητας: π.χ. μεγάλου διαμετρήματος βελόνα, βαθύ τραύμα, τραυματισμός με βελόνα που χρησιμοποιήθηκε σε χρησιμοποιήθηκε σε αρτηρία ή φλέβα, ορατό αίμα στη βελόνα
4.Μεγάλου όγκου: π.χ. έντονο πιτσίλισμα με αίμα
5.HIV οροθετικό Κατηγορία Ι: ασυμπτωματική HIV λοίμωξη ή γνωστό χαμηλό ιικό φορτίο
6.HIV οροθετικό Κατηγορία ΙΙ: συμπτωματική HIV λοίμωξη, AIDS, οξεία ορομετατροπή ή γνωστό υψηλό ιικό φορτίο 
  • Σε ενοφθαλμισμό HIV θετικού υλικού όσο το δυνατόν πιο γρήγορα 200mg ΑΖΤ, το αργότερο σε 2 ώρες
  • 4 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, έναρξη από το στόμα 5x250mg AZT για το λιγότερο 14 ημέρες
  • Πάντως η μολυσματικότητα HIV είναι εντελώς μικρή, ενώ της ηπατίτιδας Β είναι 25 φορές μεγαλύτερη
Παρακολούθηση
Για HBV
–Δεν συνιστάται παρακολούθηση, εάν ο χειρισμός των ατόμων με έκθεση σε HBV έγινε με βάση τις οδηγίες του Πίνακα 1
–Έλεγχος anti-HBs 1-2 μήνες μετά την τελευταία δόση του εμβολίου (εάν χορηγήθηκε μόνο εμβόλιο
– Έλεγχος αντισωμάτων σε όσους έλαβαν και προφύλαξη με HBIG γίνεται μετά από 4-6 μήνες
–Παρακολούθηση δεν ενδείκνυται σε εκτεθέντες που έχουν γνωστή ανοσία έναντι του HBV
Παρακολούθηση
Για HCV
-Επαναληπτικός έλεγχος για anti-HCV και ALT στους 4-6 μήνες ή/και έλεγχος με HCV RNA στις 6 εβδομάδες
-Σε περίπτωση anti-HCV θετικού αποτελέσματος, επιβεβαίωση με συμπληρωματικό έλεγχο (π.χ. μέθοδος ανοσοαποτυπώματος RIBA ή HCV RNA)
-Επί θετικού αποτελέσματος, παραπομπή σε ειδικό ιατρό για το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας
Παρακολούθηση
Για HIV
–Έλεγχος αντισωμάτων για τον HIV γίνεται στις 0, 6, 12 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά από έκθεση καθώς και σε κάθε περίπτωση εμφάνισης οξέως συνδρόμου ρετροϊού. Η εξέταση μετά τους 6 μήνες συνιστάται σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε περίπτωση συλλοίμωξης με HCV
–Εργαστηριακός έλεγχος εκτεθέντος εντός 72 ωρών από την έναρξη της χημειοπροφύλαξης και παρακολούθηση τουλάχιστον 2 εβδομάδων για πιθανή εμφάνιση παρενεργειών από τα φάρμακα
Συμβουλευτική καθοδήγηση
•Καθοδήγηση για αποφυγή αιμοδοσίας ή δωρεάς οργάνων και σπέρματος στη διάρκεια της παρακολούθησης
•Δεν χρειάζεται τροποποίηση των ερωτικών συνηθειών, ούτε αποφυγή εγκυμοσύνης (εξαίρεση αποτελεί η έκθεση σε HIV, όπου συνιστάται χρήση προφυλακτικού ή αποχή από σεξουαλική δραστηριότητα και αποφυγή εγκυμοσύνης για 6-12 εβδομάδες)
•Δεν αντενδείκνυται ο θηλασμός (εξαίρεση αποτελεί η έκθεση σε HIV, όπου μετά από εκτίμηση είναι πιθανή η διακοπή) 
Προφύλαξη
-Εφαρμογή γαντιών σε κάθε επαφή με εκκρίματα σώματος
-Προστασία στόματος και προστατευτικά γυαλιά σε πιθανότητα πιτσιλίσματος
-Οι χρησιμοποιούμενες βελόνες πετιούνται σε ειδικό δοχείο
-Αποφυγή αναπνοής στόμα με στόμα
-Σε τραυματισμό θα πρέπει να υποτίθεται πιθανή λοίμωξη μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Πρέπει να παίρνονται προφυλάξεις στο σεξ και να μην γίνεται δωρεά αίματος ή οργάνων
-Ο κίνδυνος τραυματισμού με βελόνα είναι μεγαλύτερος σε νυχτερινή βάρδια
Βιβλιογραφία:
  • Immunization Αction Coalition; “Hepatitis B and the Healthcare worker”, www.immunize.org/catg.d/p2017.pdf
  • Γ. Γιαννικόπουλος, Μ. Ψυχογιού; «προφύλαξη εναντίον των ιών ηπατίτιδας Β,C και HIV μετά από επαγγελματική έκθεση σε αίμα ή βιολογικά υγρά», Επιτηρώ, Τεύχος 1, Ιούνιος 2004
  • CDC Updated US Public Health Service Guidelines for the Management of exposure to HBV, HCV and HIV and Recommendations for post-exposure Prophylaxis. MMWR 2005(RR-16): 1-31