Αρχική

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Εργαστηριακός έλεγχος για πολλαπλούν μυέλωμα


Ο απαραίτητος εργαστηριακός έλεγχος για το πολλαπλούν μυέλωμα
Ο εργαστηριακός έλεγχος για το πολλαπλούν μυέλωμα περιλαμβάνει:
-Ηλεκτροφόρηση ορού και ούρων. Βιοχημικός ποσοτικός προσδιορισμός ανοσοσφαιρινών (ανοσοηλεκτροφόρηση) ορού και ανοσοκαθήλωση
-Όυρα 24ώρου για λεύκωμα στο βιοχημικό
-Ούρα 24ώρου για Bence-Jones στο βιοχημικό
-Ανοσοκαθήλωση πρωτεϊνών ούρων και ποσοτικός προσδιορισμός ούρων 24ώρου (κ,λ άλυσοι) σε μπουκαλάκι γενικής από τα ούρα 24ώρου

Εργαστηριακός έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα



Ποιες εξετάσεις πρέπει να κάνετε για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα;
Τα  Σεξουαλικώς  Μεταδιδόμενα  Νοσήματα  αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία.
Συχνά αντί του όρου Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ) χρησιμοποιείται ο όρος  Σεξουαλικά Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις (ΣΜΛ)  για να συμπεριλάβει και τις περιπτώσεις των ατόμων που δεν εμφανίζουν  συμπτώματα.
Η πρόληψη της διασποράς των Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων προϋποθέτει τροποποίηση συμπεριφοράς, αντιλήψεων, συνηθειών και  πρακτικών. 
Σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς δημόσιας υγείας, η πρόληψη και ο έλεγχος βασίζεται στις ακόλουθες στρατηγικές:
Α. Προγράμματα ενημέρωσης,  παρέμβασης και  προαγωγής υγείας,  συμβουλευτική για τις συμπεριφορές υψηλού κινδύνου και την ανάγκη υιοθέτησης ασφαλέστερων πρακτικών (συστηματική χρήση προφυλακτικού).
Β. Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων που περιλαμβάνει:
• διάγνωση  (κλινική/εργαστηριακή),
• κατάλληλη θεραπεία,
• ενημέρωση των σεξουαλικών συντρόφων του/της ασθενούς,
• δήλωση και καταγραφή κάθε κρούσματος που βρίσκεται υπό επιτήρηση στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Κατά την σεξουαλική επαφή είναι δυνατό να μεταδοθούν ορισμένα νοσήματα, είτε μέσω των σωματικών υγρών είτε μέσω της επαφής του δέρματος.
Τα πιο συνηθισμένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι η γονόρροια, η λοίμωξη από χλαμύδια, το ουρεάπλασμα, το μυκόπλασμα, η σύφιλη, οι τριχομονάδες, ο έρπης των γεννητικών οργάνων, ο HIV και ο ιός της ηπατίτιδας Β.
Η γονόρροια προκαλείται από το βακτήριο Neisseria gonorrhoeae (γονόκοκκος). Στους άνδρες τα συνήθη συμπτώματα είναι καύσος κατά την ούρηση και έκκριμα από την ουρήθρα. Οι μισές γυναίκες είναι ασυμπτωματικές, ενώ οι άλλες μισές εμφανίζουν έκκριμα από τον κόλπο και πόνο χαμηλά στην κοιλιακή χώρα. Η λοίμωξη από γονόκοκκο ανιχνεύεται με καλλιέργεια κολπικού επιχρίσματος για τις γυναίκες όπου το δείγμα λαμβάνεται από τον ενδοτράχηλο. Για τους άνδρες ανιχνεύεται με καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος.
Τα χλαμύδια, το ουρεάπλασμα και το μυκόπλασμα μπορούν να προκαλέσουν ουρηθρίτιδα στις γυναίκες, όπως επίσης και φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Στους άνδρες προκαλούν προστατίτιδα και επιδιδυμίτιδα.Ανιχνεύονται με την εξέταση κολπικού στις γυναίκες και ουρηθρικού στους άνδρες.
Η σύφιλη προκαλείται από τη σπειροχαίτη. Το πρώτο σύμπτωμα είναι μια ανώδυνη δερματική βλάβη στην περιγεννητική περιοχή. Στα τελικά στάδια επηρεάζει την καρδιά και το νευρικό σύστημα. Ανιχνεύεται με τις εξετάσεις VDRL, FTA-ABS, και TPHA.
Οι τριχομονάδες είναι πρωτόζωα που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή. Προκαλούν κολπίτιδα, ουρηθρίτιδα, και κολπικές εκκρίσεις στις γυναίκες. Ανιχνεύονται με την εξέταση κολπικού.
Ο έρπης των γεννητικών οργάνων, ο HIV και ο ιός της ηπατίτιδας Β ανιχνεύονται με τα αντίστοιχα για τον  καθένα αντισώματα καθώς και με PCR (για τον HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β).
Οι λοιμώξεις από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων, ανιχνεύονται με το τεστ Παπανικολάου που ανιχνεύει αλλοιωμένα κύτταρα που μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Εάν ανιχνευθούν αλλοιωμένα κύτταρα, ο γιατρός ή η νοσοκόμα σας θα συστήσει περαιτέρω εξετάσεις, όπως η επανάληψη του τεστ Παπανικολάου, ένα τεστ για την ανίχνευση του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV τεστ) ή κολποσκόπηση.


Εργαστηριακός έλεγχος για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα:
-καλλιέργεια κολπικού υγρού
-καλλιέργεια ουρηθρικού υγρού
-αντισώματα και PCR για τον HIV (I,II)
-αντισώματα και PCR για τον ιό της ηπατίτιδας Β
-αντισώματα και PCR για τον ιό της ηπατίτιδας C
-αντισώματα και PCR για τον ιό της ηπατίτιδας A
-αντισώματα και PCR για τον κυτταρομεγαλοϊό
-αντισώματα για τον έρπη (HSV 1,2)
-VDRL, FTA-ABS, και TPHA για τη σύφιλη 
-τεστ Παπανικολάου
-HPV τεστ
-κολποσκόπηση στις γυναίκες
-ουρηθροσκόπηση στους άνδρες
Ο παραπάνω έλεγχος συντελεί στην έγκαιρη διάγνωση της νόσου και στην αντιμετώπισή της με την κατάλληλη θεραπεία.
Δεν πρέπει πάντως να αγνοούμε το γεγονός πως η ασπίδα μας κατά των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι η λήψη μέτρων προφύλαξης κατά την σεξουαλική επαφή.
Βιβλιογραφία
keelpno.gr

Παράγοντες που επηρεάζουν τις εργαστηριακές εξετάσεις




Υπάρχουν κάποιοι κανόνες που πρέπει να τηρούνται στις εργαστηριακές εξετάσεις;
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τις εργαστηριακές εξετάσεις και οι σημαντικές πληροφορίες για το εργαστήριο
Ο όρος προανάλυση περικλείει όλες τις διαδικασίες που συμβαίνουν πριν την ουσιαστική χημική εργαστηριακή ανάλυση.
Είναι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν ή να ενοχλήσουν τον ασθενή και τη συλλογή και διαχείρηση του δείγματος και πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη στην ερμηνεία των εργαστηριακών τιμών.
Η σαφής ετικετοποίηση των δειγμάτων είναι πρωταρχικής σημασίας, έτσι ώστε να μπορεί να αναγνωρισθεί με σαφήνεια ότι το δείγμα ανήκει σε συγκεκιμένο ασθενή.
Παράγοντες επίδρασης
Σχετικοί με τον ασθενή
Συλλογή δειγμάτων
Αποθήκευση και μεταφορά
Ώρα της ημέρας
Τύπος δείγματος
Γλυκόλυση
Θέση του σώματος
Αντιπηκτικά
Πήξη
Ψυχική ή σωματική ένταση
Μέθοδος συλογής δείγματος (φλεβική στάση, διάρκεια συλλογής δείγματος, βελόνα/διάμετρος σωλήνα κ.ά.)
Φυγοκέντρηση αίματος
Φύλο
Μόλυνση
Προθεραπεία (ψύξη, προσθετικά κ.τ.λ.)
Ηλικία ασθενούς
Αιμόλυση, λιπαιμία, υπερχολερυθριναιμία
Θερμοκρασία
Εγκυμοσύνη
Έγχυση
Μεταφορά και αποθήκευση
Διατροφή, φάρμακα


Τοξίνες π.χ. νικοτίνη, αλκοόλ


Σημαντικές πληροφορίες για το εργαστήριο
  • Ταυτοποίηση δείγματος
  • Ημερομηνία και ώρα συλλογής δείγματος
  • Επίθετο και όνομα ασθενούς
  • Ημερομηνία γέννησης
  • Φύλο
  • Ζητούμενη ανάλυση
  • Περαιτέρω πληροφορίες, όπως εξωτερικός ή εσωτερικός ασθενής, τρόπος πληρωμής και όνομα παραπέμποντος ιατρού
Πληροφορίες για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων
  • Διαγνωστική ερώτηση
  • Πιθανή διάγνωση
  • Πρόσθετες πληροφορίες, όπως προηγούμενη λήψη φαρμάκων, διάρκεια νόσου, άλλες εργαστηριακές τιμές
  • Σε ούρα 24ώρου αναγράφεται ο όγκος ούρων, η περίοδος συλλογής και τα πρόσθετα και συντηρητικά
  • Στη Μικροβιολογία αναφέρεται ο τύπος δείγματος, η μέθοδος και ώρα συλλογής, ποια μέρα της νόσου έγινε η συλλογή και δίνονται πληροφορίες για την διάρκεια και τον τύπο της αντιβιοτικής θεραπείας
Βιβλιογραφία
Εγχειρίδιο Φυσιολογικών τιμών, Michael Jacob, Εκδ. Βαγιονάκης

Λήψη επιχρίσματος φάρυγγα και αμυγδαλών


Επίχρισμα φάρυγγα και αμυγδαλών για καλλιέργεια

Η λήψη επιχρίσματος φάρυγγα και αμυγδαλών για καλλιέργεια
  • Η εξέταση για επιχρίσματα γίνεται με λήψη υλικού με στυλεό επιχρίσματος.
  • Γίνεται οπτικός έλεγχος της περιοχής και το υλικό λαμβάνεται και τοποθετείται σε σωληνάριο που περιέχει ειδικό υλικό μεταφοράς. Ποτέ δεν αποστέλλεται επίχρισμα χωρίς υλικό μεταφοράς, γιατί δεν επιτυγχάνεται η καλλιέργεια βασικών μικροοργανισμών.
  • Η αποστολή και η φύλαξη γίνεται σε θερμοκρασία δωματίου
  • Δεν επιτρέπεται πριν να έχει εφαρμοστεί αντισηψία στον βλεννογόνο.
  • Η γλώσσα πιέζεται με γλωσσοπίεστρο. Με τον ειδικό στυλεό γίνεται λήψη υλικού από φλεγμαίνουσες περιοχές ή με πυώδη εκκρίματα καλυμμένες περιοχές. Αποφεύγεται η επαφή με γλώσσα, χείλη καθώς και η πρόσμιξη με το σάλιο.

Λήψη επιχρίσματος ουρήθρας


Επίχρισμα ουρήθρας για καλλιέργεια
Λήψη επιχρίσματος ουρήθρας για καλλιέργεια
Ανώμαλα αποτελέσματα μπορεί να είναι ένα σημάδι της μόλυνσης στα γεννητικά όργανα. Οι λοιμώξεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν: βλεννόρροια ή χλαμύδια.
Λιποθυμία (που προκαλείται από τη διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου) συμβαίνει περιστασιακά όταν το μάκτρο εισάγεται εντός της ουρήθρας. Άλλοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν λοίμωξη ή αιμορραγία.
  • Η εξέταση για επίχρισμα γίνεται με λήψη υλικού, με βαμβακοφόρο στυλεό επιχρίσματος.
  • Γίνεται οπτικός έλεγχος της περιοχής και το υλικό λαμβάνεται και τοποθετείται σε σωληνάριο που περιέχει ειδικό υλικό μεταφοράς. Ποτέ δεν αποστέλλεται επίχρισμα χωρίς υλικό μεταφοράς, γιατί δεν επιτυγχάνεται η καλλιέργεια βασικών μικροοργανισμών.
  • Η αποστολή και η φύλαξη γίνεται σε θερμοκρασία δωματίου.
Η λήψη επιχρίσματος ουρήθρας
Λήψη υλικού το νωρίτερα 1 ώρα μετά την τελευταία ούρηση.
Το υλικό μεταφοράς πρέπει να βρίσκεται σε θερμοκρασία δωματίου. Το υλικό αποστέλλεται αμέσως ή το αργότερο εντός 6 ωρών στο εργαστήριο.
Άνδρες: Στη θέση λήψης δεν επιτρέπεται να γίνει αντισηψία.
Εάν υπάρχει έκκριση γίνεται λήψη με στυλεό. Ενδεχομένως πίεση της ουρήθρας από το κέντρο προς την περιφέρια για την έξοδο πύου. Επί δυσκολίας εισαγωγής εισάγεται λεπτή γάζα επιχρίσματος μερικά εκατοστά μέσα στην ουρήθρα και γίνεται προσεκτική στροφή της γάζας.
Γυναίκες: Μετά από στέγνωμα της εξωτερικής ουρήθρας γίνεται συμπίεση με αποστειρωμένη γάζα από τον κόλπο και λήψη του εξερχόμενου εκκρίματος με γάζα. Εάν αυτό αποτύχει, εισαγωγή λεπτής γάζας επιχρίσματος περίπου 2 εκ. στην ουρήθρα και προσεκτική στροφή.
Βιβλιογραφία
  • McCormack WM. Urethritis. In: Mandell GL, Bennett JE, Dolin R, eds. Principles and Practice of Infectious Diseases. 7th ed. Philadelphia, Pa: Elsevier Churchill Livingstone; 2009:chap 106.
  • Cohen MS. Approach to the patient with a sexually transmitted disease. In: Goldman L, Ausiello D, eds. Cecil Medicine. 24th ed. Philadelphia, Pa: Saunders Elsevier; 2011:chap 293.
  • Workowski KA, Berman S; Centers for Disease Control and Prevention (CDC). Sexually transmitted diseases treatment guidelines, 2010. MMWR Recomm Rep. 2010 Dec 17;59(RR-12):1-110.
 

Τοκετός με επισκληρίδιο


Εσείς θέλετε να υποφέρετε από τους πόνους στη γέννα;
Η  επισκληρίδιος είναι μία μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται για να ανακουφίσει τον πόνο χωρίς η γυναίκα που γεννά, να χάσει την αίσθηση των μυών της πυέλου οι οποίοι χρειάζονται για τον φυσικό τοκετό. Κατά την επισκληρίδιο χορηγείται αναλγητικό μέσω καθετήρα.
Υπάρχουν, βέβαια και γυναίκες ανά τον κόσμο (εξαρτάται και από τον γιατρό ή την μαία) που κατά την διάρκεια του τοκετού (αφού αρχίσουν οι πόνοι), τους αρκεί η συμπαράσταση του συντρόφου τους, κάποιες απαλές κινήσεις μασάζ (από τον σύντροφο ή τη μαία), ηρεμούν με το να βυθίσουν το σώμα τους σε μια μπανιέρα με ζεστό νερό, ή ζητούν να τους χορηγηθεί κάποιο αναλγητικό φάρμακο. Φυσικά υπάρχουν και ειδικές αναπνοές ή ασκήσεις ανώδυνου τοκετού ή ακόμη και ασκήσεις γιόγκα, που πολλές γυναίκες φροντίζουν να μάθουν στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η επισκληρίδιος, όμως, στις μέρες μας θεωρείται τεχνική ρουτίνας, διαρκεί περίπου 20-30 λεπτά και γίνεται από αναισθησιολόγο.  Με πολύ απλά λόγια, ο αναισθησιολόγος αποστειρώνει, κάνει τοπική αναισθησία και τοποθετεί μια βελόνα στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης (επισκληρίδιος χώρος). Μέσω της βελόνας  τοποθετείται ένα λεπτό πλαστικό σωληνάκι (καθετήρας) με το οποίο κατά συνέχεια χορηγούνται αναλγητικά φάρμακα τα  οποία παρεμποδίζουν τα νευρικά ερεθίσματα προς το εγκέφαλο με αποτέλεσμα την μη αίσθηση πόνου.
Η επισκληρίδιος αναισθησία θεωρείται  πλέον ασφαλής εφόσον γίνεται από έμπειρο αναισθησιολόγο.

  • Ποιες είναι οι όμως παρενέργειες; 
Κάποιοι παρουσιάζουν προσωρινές ενοχλήσεις, όπως ναυτία και εμετό, υπόταση, ρίγος. Επίσης, η τυχαία διάτρηση της σκληράς μήνιγγας (μια αρκετά σπάνια επιπλοκή) προκαλεί έντονη κεφαλαλγία η οποία, όμως, υποχωρεί συνήθως σε 5 με 7 ημέρες. Ο κίνδυνος για μόνιμες βλάβες (π.χ. παραλυσία) είναι πολύ μικρός (σε μέσο όρο 1/30.000).
  • Πόσο διαρκεί η επίδρασή της;
Όσο είναι επιθυμητό. Ο αποκλεισμός της κινητικής δραστηριότητας, δηλαδή η απώλεια της αίσθησης στα κάτω άκρα, διαρκεί συνήθως 2 με 3 ώρες το πολύ. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα πόδια, που ο ασθενής τα νιώθει βαριά σαν πέτρες, ανακτούν την αίσθησή τους σταδιακά μέσω μιας αίσθησης θερμότητας και μυρμηγκιάσματος. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι στις σοβαρές (και επώδυνες) επεμβάσεις στη σπονδυλική στήλη, ο επισκληρίδιος καθετήρας παραμένει για μερικές ώρες ή και μέρες ακόμη ώστε να αποφευχθεί ο μετεγχειρητικός πόνος.

Όψεις Ρητίνης


Είναι μια απλή τεχνική σχετικά χαμηλού κόστους για να έχουμε ωραίο χαμόγελο
Γράφει η
Μάλλιου Φανή
Χειρουργός Οδοντίατρος
Το υλικό που χρησιμοποιείται για να χτιστούν τα δόντια είναι η σύνθετη ρητίνη, με το οποίο μπορούμε:
● Να καλύψουμε μικρές δυσχρωμίες
● Να ισιώσουμε ελαφρώς στραβά δόντια
● Να τροποποιήσουμε επιλεκτικά το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα μεμονωμένων δοντιών
● Να επιδιορθώσουμε γωνίες που έχουν σπάσει κατά την μάσηση ή λόγω ατυχήματος ή ακόμα και λόγω τριγμού
● Να κλείσουμε κάποια κενά ανάμεσα στα δόντια
● Να επιδιορθώσουμε εύκολα μέσα στο στόμα
Είναι μια συντηρητική λύση, απαιτεί λιγοστό χρόνο, ολοκληρώνεται συνήθως σε μια επίσκεψη στον οδοντίατρο και έχει σχετικά αναμενόμενη αντοχή.
Η διαδικασία είναι ανώδυνη. Αφού ολοκληρωθεί ο χρωματικός έλεγχος του δοντιού με ηλεκτρονικό φασματογράφο, εφαρμόζεται η σύνθετη ρητίνη από τον οδοντίατρο και φωτοπολυμερίζεται με ειδική συσκευή.
Γράφει η
Μάλλιου Φανή
Χειρουργός Οδοντίατρος
Διαβάστε περισσότερα για την Φανή Μάλλιου

Εχινoκοκκίαση



Τι είναι η Εχινοκοκκίαση;
Εχινόκοκκος είναι το παράσιτο για το οποίο ο άνθρωπος είναι ο κύριος και ενδιάμεσος ξενιστής.
Η λοίμωξη από το παράσιτο είναι η εχινοκοκκίαση ICD-10 B67.
Ο εχινόκοκκος είναι ταινία μήκους 1,5-6 mm, που αποτελείται από κεφάλι, 4 άγκιστρα και 3 προγλωττίδες.
Ζει στο άνω τμήμα του λεπτού εντέρου του σκύλου, που είναι ο κύριος ξενιστής (σπανιώτερα η γάτα, ο λύκος και η αλεπού).
Ο σκύλος μολύνεται από την κατάπωση των σπλάχνων ζώων, όπως προβάτων και βοδιών που είναι οι ενδιάμεσοι ξενιστές που περιέχουν τις κύστεις. Έτσι τα αυγά από τα παράσιτα βγαίνουν με τα κόπρανα και μολύνουν το περιβάλλον, μολύνεται ο άνθρωπος και τα αυγά εκολλάπτονται στο 12λo και μέσω του εντερικού τοιχώματος πηγαίνουν στα λεμφικά αγγεία και τα μεσεντέρια αιμοφόρα αγγεία και μετά εισέρχονται στα διάφορα όργανα, κυρίως ήπαρ και πνεύμονες και εξελίσσονται σε κύστεις.
Η κύστη αναπτύσσεται βραδέως, μέχρι 1-7 εκατοστά, αλλά μπορεί να λάβει και τεράστιες διαστάσεις. Η κύστη έχει 3 περιβλήματα, το έξω από ινώδη ιστό, το ενδιάμεσο από ενδοθηλιακά κύτταρα και το έσω με στρογγυλά κύτταρα και ηωσινόφιλα.
Η εξωτερική κάψα πολλές φορές ασβεστοποιείται.
Στην εσωτερική κάψα δημιουργούνται προβολές που καταλήγουν σε κύστεις που περιέχουν σκώληκες.
Οι θυγατέρες αυτές κύστεις ή είναι προσκολλημένες στο τοίχωμα της μητρικής κάψας ή κινούνται ελεύθερα μέσα στο υγρό της μητρικής κύστης. Αν το τοίχωμα της μητρικής κύστεως ραγεί οι θυγατέρες κύστεις θα εγκατασταθούν σε παρακείμενους ιστούς και άλλα όργανα.
Κύρια εντόπιση είναι το ήπαρ και μετά ο πνεύμονας
Η Εχινοκοκκίαση είναι μια παρασιτική νόσος του ανθρώπου και των ζώων δηλαδή των σαρκοφάγων (σκύλος, λύκος, κλπ και των φυτοφάγων (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι). Προκαλείται από ένα παράσιτο μία ταινία δηλαδή μικρού μήκους που ονομάζεται Echnonococcus granulosus που είναι το είδος που απαντά στην περιοχή μας και γενικά στην λεκάνη της Μεσογείου, ενώ αντίθετα στα βορειότερα γεωγραφικά πλάτη απαντάται ο Echinococcus multiloculatis.

Με ποιους τρόπους μεταδίδεται η εχινοκοκκίαση;
Ο άνθρωπος μολύνεται από εχινοκοκκίαση άμεσα με την κατάποση αυγών της ταινίας από μολυσμένο με εχινόκοκκο σκύλο, ο οποίος αποτελεί και τον τελικό ξενιστή του παρασίτου, και έμμεσα με την κατανάλωση μολυσμένης από αυγά εχινόκοκκου τροφής, όπως είναι κυρίως τα λαχανικά που καταναλώνονται ωμά.
Η περίοδος επώασης στον άνθρωπο είναι, συνήθως, μακρόχρονη και κυμαίνεται από 12 μήνες έως και αρκετά έτη.

Ποια είναι τα συμπτώματα;
Περίπου στο 80% των ασθενών προσβάλλεται ένα μόνο όργανο, στο οποίο σχηματίζεται συνήθως μία κύστη.

Ανάλογα με το πού εντοπίζονται οι κύστες εμφανίζονται διαφορετικά συμπτώματα:
• Συκώτι: Κοιλιακό άλγος, ναυτία, εμετός, ίκτερος.
• Πνεύμονας: Δύσπνοια, βήχας, αιμόπτυση. Στον δεξιό πνεύμονα συνήθως, ρήξη προκαλεί πνευμονία, κένωση στους βρόγχους και πυώδη πλευρίτιδα. Ακτινολογικά είναι μια στρογγυλή μάζα.
• Εγκέφαλος: Νευρολογικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, ζαλάδα, αστάθεια κ.ά.
• Μυελός των οστών: Πόνος ή αυτόματα κατάγματα (όταν τα οστά σπάνε εύκολα).
Στα 2/3 των ασθενών προσβάλλεται το συκώτι. Μια κύστη μπορεί να μην γίνει αντιληπτή για πολλά χρόνια (10-20) μέχρι να γίνει είτε αρκετά μεγάλη ώστε να είναι ψηλαφήσιμη είτε ορατή σαν κοιλιακό εξόγκωμα ή να προκαλέσει σταδιακά συμπτώματα λόγω πίεσης στο όργανο που βρίσκεται ή σε παρακείμενα όργανα. Αφορά κυρίως τον δεξιό λοβό.

Ο άνευ επιπλοκής εχινόκοκκος είναι πολλές φορές σιωπηλός. Κατά την εξέταση μπορεί να βρεθεί στρογγυλή μαλακή διόγκωση στο ήπαρ με αντιτυπία. Η κύστη μπορεί να προκαλεί πόνο  και αίσθημα τάσεως στην κοιλιά.

Ο εχινόκοκκος με επιπλοκές δίνει εκδηλώσεις.
Οι επιπλοκές είναι:
-Ρήξη στο περιτόναιο, τα χοληφόρα, το έντερο ή τον πνεύμονα.
-Μόλυνση με πυογόνους οργανισμούς όταν ραγεί στα χοληφόρα.
-Αλλεργικές εκδηλώσεις με είσοδο του υγρού της κύστεως στην κυκλοφορία και αναφυλακτοειδή κρίση.
Γενικά η εχινόκοκκος κύστη μπορεί να προσβάλλει οποιοδήποτε όργανο.
Τι επιπλοκές μπορεί να έχει;
Aν μια κύστη διαρραγεί, μπορεί να ακολουθήσει αναφυλακτική αντίδραση. Αν πάλι διαρρέουν υγρά και σωματίδια, παρατηρούνται αλλεργικές αντιδράσεις ενώ μπορεί να προκληθούν και πολλαπλές δευτερογενείς κύστες.


Πώς μπορεί να προληφθεί η μόλυνση
Η νόσος δε μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, ωστόσο, πρέπει υποχρεωτικά να δηλώνεται σύμφωνα με το νόμο.
Η πρόληψη επικεντρώνεται στη λήψη μέτρων υγιεινής που μας προστατεύουν από το σκύλο, ο οποίος μεταδίδει το νόσημα στον άνθρωπο, με την εφαρμογή των εξής:
  • να μην ταΐζουμε τους σκύλους με ωμά ή ατελώς ψημένα σπλάχνα ζώων ούτε να τους επιτρέπουμε να έχουν πρόσβαση σε αυτά
  • κάθε οικογένεια που έχει σκύλο να φροντίζει για τον τακτικό κτηνιατρικό έλεγχο και τον αποπαρασιτισμό του
  • να πλένουμε πολύ καλά τα λαχανικά, κυρίως αυτά που καταναλώνονται ωμά
  • να πλένουμε καλά τα χέρια μας
  • τήρηση υγιεινής στα σφαγεία προφύλαξη όταν είναι απαραίτητο

Διάγνωση
  • Η αντίδραση CASONI συνίσταται σε επιδερμική ένεση υγρού κύστεως και είναι θετική, αλλά δεν είναι ειδική, γιατί αυξάνει και σε άλλες καταστάσεις.
  • Η αντίδραση Weinberg (δέσμευση του συμπληρώματος) είναι θετική σε 30% των περιπτώσεων, αλλά είναι απολύτως ειδική.
  • IHA (indirect hemagglutination test)
  • ELISA (enzyme-linked emmunosorbent assay)
Η διάγνωση του εχινόκοκκου του ήπατος γίνεται με φηλάφηση, ακτινολογικό έλεγχο, οπότε σε αποτιτάνωση της κάψας εξακριβώνεται η στρογγυλή σκίαση και με το σπινθηρογράφημα που δείχνει ελλειμματική εικόνα. Η διαφορική διάγνωση γίνεται από το καρκίνωμα.
Η διάγνωση γίνεται με απεικονιστικές εξετάσεις που μπορούν να καταδείξουν τις κύστες ενώ η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση είναι η χειρουργική επέμβαση.


Η χειρουργική αφαίρεση των κύστεων Hydatid
90% αποτελεσματική, αλλά μπορεί να είναι επικίνδυνη ανάλογα με την τοποθεσία, το μέγεθος, και την πρόοδο της κύστη. Μπορεί να χρειαστεί πλύση της περιτοναϊκής κοιλότητας και θεραπεία με παρασιτοκτόνα για την πρόληψη υποτροπής.

Φάρμακα
  • Η Αλβενδαζόλη προτιμάται για θεραπεία, διότι διεισδύει στις υδατίδες κύστεις. Δοσολογία: 10mg/kg βάρους σώματος ή 2x 400mg ημερησίως για 4 εβδομάδες, κύκλοι επανάληψης όπως απαιτείται (έως 12)
  • Mebendazole. Δοσολογία: 40mg/kg σωματικού βάρους 3 φορές την ημέρα για 3-6 μήνες
Βιβλιογραφία
CDC

Επιμόλυνση του πλέγματος




Τι γίνεται όταν επιμολύνεται το πλέγμα μετά από μία χειρουργική επιδιόρθωση μετεγχειρητικής κήλης;
Μετά από μία ανοιχτή ή λαπαροσκοπική αποκατάσταση κήλης υπάρχει μία πιθανότητα να συμβεί λοίμωξη εβδομάδες ή ακόμα και χρόνια μετά την αποκατάσταση της κήλης,
Σε έναν ασθενή με πυρετό άγνωστης αιτιολογίας θα πρέπει να αξιολογούνται  τα συμπτώματα και τα σημεία για τυχόν φλεγμονή του κοιλιακού τοιχώματος μετά από επισκευή μιας κήλης.
Η αναφερόμενη επίπτωση της λοίμωξης μετά  από αποκατάσταση της κήλης είναι 1% -8% και αυτή η συχνότητα επηρεάζεται από υποκείμενες συν-νοσηρότητες, τον  τύπο του πλέγματος, την χειρουργική τεχνική και την στρατηγική που χρησιμοποιείται για την πρόληψη της  λοίμωξης.
Μια προσέγγιση που συνδυάζει την ιατρική και χειρουργική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη για τις περιπτώσεις επιμόλυσης του χειρουργικού πλέγματος.
Η αντιμικροβιακή θεραπευτική αγωγή πρέπει να περιλαμβάνει την κάλυψη του Staphylococcus spp. και  ιδιαίτερα του Staphylococcus aureus.
Τα τελευταία έτη η χρήση πλέγματος έχει γίνει τυπική διαδικασία σε εγχείρηση κήλης σε ολόκληρο τον κόσμο.  Η εμφύτευση ενός πλέγματος  κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης έχει βρεθεί ότι μειώνει το ποσοστό υποτροπής της κήλης. Για παράδειγμα, η χρήση πλέγματος  για την επισκευή της χειρουργικής κήλης έχει  βρεθεί σε διάφορες μελέτες να μειώνει τα ποσοστά υποτροπής κατά μέσο όρο 30%, ενώ σε μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 289 ασθενείς στους οποίους διαπιστώθηκε ότι τα ποσοστά υποτροπής ήταν 7% για την τεχνική που δεν χρησιμοποιούσε πλέγμα έναντι 1% για την τεχνική που χρησιμοποιούσε πλέγμα.
Ωστόσο, οι επιπλοκές τοποθέτησης πλέγματος γίνονται ολοένα και πιο σημαντικές. Τέτοιες επιπλοκές περιλαμβάνουν τις συλλογές, τις συμφύσεις, τον χρόνιο πόνο, τη μετανάστευση και την απόρριψη του πλέγματος  και τις λοιμώξεις.
Οi σημαντικές πρόοδοι στην έρευνα και την ανάπτυξη από την βιοϊατρική των υλικών έχουν οδηγήσει στην παραγωγή, σχετικώς, αδρανών και βιοσυμβατών  χειρουργικών πλεγμάτων. Εντούτοις, στην κλινική πράξη η χειρουργική εμφύτευση πλέγματος  μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή (αντίδραση ξένου σώματος), ίνωση, θρόμβωση και μόλυνση.
Η αντίδραση ξένου σώματος είναι μία διαδικασία στην οποία  πρωτεΐνες, όπως η αλβουμίνη και το ινωδογόνο απορροφώνται αρχικά από την επιφάνεια του πολυμερούς. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην έλξη και διέγερση των μακροφάγων, τα οποία ανταποκρίνονται με απελευθέρωση φλεγμονωδών ουσιών και αυξητικών παραγόντων. Και άλλα φλεγμονώδη κύτταρα (Τ-λεμφοκύτταρα, πολυμορφοπύρηνα κύτταρα, ηωσινόφιλα, κύτταρα πλάσματος και ινοβλάστες) τότε έλκονται προς την επιφάνεια του πολυμερούς, οδηγώντας στο σχηματισμό ενός κοκκιώματος. Η διαδικασία αυτή  μπορεί να συνεχιστεί για αρκετά χρόνια μετά την εμφύτευση του πλέγματος. Η αντίδραση ξένου σώματος εξαρτάται επίσης από την περιοχή του πλέγματος που είναι σε επαφή με τον ιστό του ξενιστή.
Οι κλινικές εκδηλώσεις αντίδρασης ξένου σώματος είναι η ορώδης συλλογή,  η απόρριψη του πλέγματος, οι συμφύσεις και ο πόνος.
Τα κύρια μη απορροφήσιμα πολυμερή που χρησιμοποιούνται στα πλέγματα είναι ο πολυεστέρας, το πολυπροπυλένιο και το πολυτετραφθοροαιθυλένιο. Εντούτοις, δεδομένου του γεγονότος ότι τα απορροφήσιμα πολυμερή συνδέονται λιγότερο συχνά με αντιδράσεις ξένου σώματος και συμφύσεις, νεότερα πλέγματα είναι κατασκευασμένα από ένα συνδυασμό απορροφήσιμων και μη-απορροφήσιμων πολυμερών. Οι μηχανικές και βιολογικές ιδιότητες του πλέγματος σχετίζονται  με τον τύπο της δομής του πλέγματος, τον τύπο των ινών που χρησιμοποιούνται, το μέγεθος των πόρων  του πλέγματος  και παίζουν ρόλο στην ασφάλεια και την ανεκτικότητα των χειρουργικών πλεγμάτων.

Οι μελέτες
-Τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης μελέτης, στην οποία έγινε σύγκριση μεταξύ επισκευής ομφαλοκήλης με ή χωρίς πλέγμα σε 200 ενήλικες έδειξε ότι το ποσοστό των μετεγχειρητικών επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένης της μόλυνσης, ήταν παρόμοιες  και στις δύο διαδικασίες.
-Παρόμοιο αποτέλεσμα ελήφθη σε μια μεταανάλυση 20 μελετών (5016 συμμετέχοντες) με επισκευή κήλης στη βουβωνική χώρα.
-Σε αντίθεση, τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένης μελέτης 160 ασθενών με απλές ή επιπλεγμένες κήλες οι οποίοι υποβλήθηκαν σε επισκευή κήλης με ράμματα με  δερματικό μόσχευμα ή τοποθέτηση πλέγματος έδειξε ότι η επίπτωση λοιμωδών επιπλοκών ήταν χαμηλότερη μετά την επισκευή με ράμματα μετά από ό, τι στις άλλες δύο τεχνικές. Επιπλέον, η εμφύτευση πλέγματος έχει ένα αυξημένο ποσοστό των λοιμώξεων τόσο στις απλές όσο και στις επιπλεγμένες κήλες.
-Μία περαιτέρω μελέτη έδειξε ότι η χρήση του πλέγματος κατά την επισκευή μιας κοιλιοκήλης ή μιας κήλης > 10 cm σε μέγεθος συσχετίστηκε σημαντικά με έναν αυξημένο αριθμό επιπλοκών του τραύματος.
Τα ποσοστά λοίμωξης μετά  αποκατάσταση  κήλης είναι έως και 8%. Τα ποσοστά της λοίμωξης επηρεάζονται  σημαντικά από συνοδά υποκείμενα νοσήματα και φαίνονται  να αυξάνονται  σε ασθενείς με διαβήτη, με ανοσοκαταστολή ή με παχυσαρκία. Επίσης, εξαρτώνται και από το είδος του υλικού και την τεχνική που χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση της κήλης. Στις περισσότερες πρόσφατα δημοσιευθείσες μελέτες, οι διαφορές στα ποσοστά επιπλοκών μετά τις διαφορετικές χειρουργικές προσεγγίσεις και τη χρήση διαφορετικών πλεγμάτων έχουν συγκριθεί. Ωστόσο, καμία από αυτές τις μελέτες δεν επικεντρώθηκε ειδικά στη λοίμωξη από πλέγμα.
-Μια αναδρομική ανάλυση μιας ομάδας  200 ασθενών που υποβλήθηκαν σε ανοικτή αποκατάσταση της κοιλιακής χειρουργικής κήλης με προσθετικό υλικό,  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χειρουργική προσέγγιση δεν επηρεάζει την συχνότητα μακροπρόθεσμων επιπλοκών σημαντικά, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης του πλέγματος.
-Η επίδραση του τύπου πλέγματος για την επίπτωση της λοίμωξης διερευνήθηκε σε μια πρόσφατη μελέτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η χρήση πολυνηματικού πολυεστέρα σε πλέγμα οδήγησε σε υψηλότερη επίπτωση λοίμωξης, απόφραξης του  λεπτού εντέρου και εντεροδερματικού σχηματισμό συριγγίου από ότι η  χρήση άλλων τύπων πλέγματος. Επιπλέον, οι μελέτες σε πειραματικά ζώα έχουν δείξει ότι το μικροπορώδες πλέγμα σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά λοίμωξης και/ή ανάπτυξης οροδών συλλογών.  Τα Μικροπορώδη πλέγματα έχουν μία διάμετρο πόρων 10 lm, με αποτέλεσμα τα βακτήρια να μπορούν να διαπεράσουν το πλέγμα, αλλά τα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα (με διάμετρο 75 lm) δεν μπορούν. Αυτό σημαίνει ότι τα βακτήρια στο πλέγμα προστατεύονται από ανοσολογικούς μηχανισμούς άμυνας.

Κλινικά συμπτώματα και σημεία
Το διάστημα μεταξύ αναφερθεί κήλης και της εκδήλωσης μιας λοίμωξης του πλέγματος κυμαίνεται από 2 εβδομάδες έως 39 μήνες.
  • Οι ασθενείς συνήθως παρουσιάζουν συμπτώματα και σημάδια τοπικής οξείας φλεγμονής (πόνος, ερύθημα, ευαισθησία, οίδημα και αύξηση της θερμοκρασίας στο κοιλιακό τοίχωμα στην περιοχή του πλέγματος).
  • Επιπλέον, οι ασθενείς μπορεί να έχουν συστηματικές εκδηλώσεις όπως πυρετό, κακουχία και ρίγη.
  • Ένα πλέγμα που έχει λοίμωξη μπορεί να εκδηλωθεί μερικές φορές με συρίγγιο ή με ενδοκοιλιακή απόστημα.
  • Σπάνιες περιπτώσεις ασθενών παρουσιάζονται με οστεομυελίτιδα μετά βουβωνική από κήλη χειρουργική με την εμφύτευση ενός πλέγματος πολυπροπυλενίου.

Μικροβιολογία
Οι συνήθεις αιτιολογικοί οργανισμοί που συνδέονται με περιπτώσεις μόλυνσης του πλέγματος είναι ο Staphylococcus spp., ιδιαίτερα ο Staphylococcus aureus, Streptococcus spp. (συμπεριλαμβανομένων των στρεπτόκοκκων ομάδας Β), Gram-αρνητικά
βακτηρία(κυρίως Enterobacteriaceae), και αναερόβια βακτήρια (Peptostreptococcus spp.).
Σε μια μελέτη το 63% των μικροοργανισμών που απομονώνονται ήταν ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA). Σπάνια, οι μολύνσεις προκαλούνται από Candida spp. ή Mycobacterium spp.
Οι μολύνσεις του πλέγματος  μπορεί να εκδηλωθούν με χρόνια, επίμονα ή υποτροπιάζοντα συμπτώματα και σημεία. Οι μολυσματικοί παράγοντες  σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν ήταν αποικίες, συνήθως του S. aureus.
Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των λοιμώξεων είναι ότι ανταποκρίνονται καλά στην αντιμικροβιακή αγωγή.

Πρόληψη
Τα πιο σημαντικά σημεία που αφορά την πρόληψη των λοιμώξεων του πλέγματος είναι  η χρήση σωστού πλέγματος και η σωστή τεχνική με ελαχιστοποίηση των χειρισμών εισαγωγής του πλέγματος.
Άλλοι τρόποι πρόληψης της λοίμωξης πλέγματος μέσω σωστών χειρισμών είναι:
- Το τραύμα να ξεπλυθεί με ένα αντισηπτικό διάλυμα, αρχίζοντας  από τον κηλικΌ σάκο και στη συνέχεια, κατά διαστήματα μέχρι τη συρραφή.  Έχει δειχθεί σε ένα ζωικό μοντέλο ότι η προσέγγιση αυτή αναστέλλει την την προσκόλληση των βακτηρίων στην επιφάνεια του πλέγματος, όπως και στην ανάπτυξή τους. Επιπλέον, σε μια τυχαιοποιημένη δοκιμή με 162 ασθενείς  που υποβλήθηκαν σε βουβωνική αποκατάσταση της κήλης, δεν συνέβηκαν λοιμώξεις μετά την εφαρμογή μιας εφάπαξ δόσης  κεφαμανδόλης απευθείας στο τραύμα Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της πλύσης με διαλύματα που περιέχουν αντιμικροβιακούς παράγοντες είναι αμφιλεγόμενη.
-Μία δεύτερη προσέγγιση περιλαμβάνει τη χρήση βραδέως αντιμικροβιακού παράγοντα σε τοπικό επίπεδο στο επάνω μέρος του πλέγματος. Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη, η χρήση της γενταμικίνης-με ταμπόν κολλαγόνου δοκιμάστηκε σε 301 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε βουβωνοκήλη.  Τα ταμπόν κολλαγόνου τοποθετήθηκαν μπροστά από το πλέγμα πριν από την απονεύρωση και τη συρραφή  του εξωτερικών πλάγιο μυ. Αυτή η νέα τεχνική είχε ως αποτέλεσμα λιγότερες μετεγχειρητικές λοιμώξεις σε σύγκριση με 294 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επισκευή για την ίδια κήλη χωρίς τη χρήση της γενταμυκίνης.
-Τρίτον, ένα πλέγμα που περιέχει ενσωματωμένους αντιμικροβιακούς παράγοντες μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ένα τέτοιο πλέγμα είναι πιθανόν να βοηθήσει στην πρόληψη της βακτηριακής προσκόλλησης και του εποικισμού όταν εμφυτεύεται, με μια επακόλουθη μειωμένη πιθανότητα για μετεγχειρητικές λοιμώξεις.
-Τέλος, η παραδοσιακή ενδοφλέβια περιεγχειρητική χορήγηση των αντιμικροβιακών παραγόντων μπορεί να φέρει αποτέλεσμα. Παρά το γεγονός ότι η επισκευή  κήλης έχει ταξινομηθεί ως καθαρή χειρουργική επέμβαση, η ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών περιεγχειρητικά έχει αποδειχθεί ότι είναι ευεργετική.
Όλες οι προαναφερθείσες στρατηγικές φαίνεται να είναι ευεργετικές στη μείωση της επίπτωσης της λοίμωξης μετά από διόρθωση κήλης με πλέγμα.

Διάγνωση και θεραπεία
Ένας κλινικός ιατρός θα πρέπει να εξετάσει την πιθανότητα επιμόλυνσης του πλέγματος  σε κάθε ασθενή που έχει πυρετό άγνωστης αιτιολογίας, συμπτώματα και/ή σημεία φλεγμονής του κοιλιακού τοιχώματος στην περιοχή του πλέγματος ή άλλες λιγότερο συχνές κλινικές εκδηλώσεις, όπως ένα εντεροδερματικού συρίγγιο ή ένα κοιλιακό απόστημα στην περιοχή του πλέγματος.
Τεχνικές απεικόνισης, συμπεριλαμβανομένων των υπερήχων και  της αξονικής τομογραφίας, μπορεί να είναι χρήσιμες για τη διάγνωση της λοίμωξης. Τέτοιες τεχνικές συνήθως αποκαλύπτουν μια περιοχή της φλεγμονής στο υποδόριο λίπος γύρω από το πλέγμα, το οποίο έχει διαφορετική πυκνότητα ή υπερηχογενή χαρακτηριστικά, αντίστοιχα, από ότι σε άλλες καταστλασεις, όπως στις ορώδεις αντιδράσεις. Επιπροσθέτως, τα αποτελέσματα αυτών των απεικονίσεων μπορούν να δείξουν την παρουσία ενός συριγγίου ή  ενός αποστήματος. Είναι σημαντικό ότι δεν πρέπει να γίνει προσπάθεια διαγνωστικής παρακέντησης του πλέγματος όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα ή/και σημεία φλεγμονής του κοιλιακού τοιχώματος, για να μην μπουν βακτηριδία στην περιοχή κατά τη διάρκεια της παρακέντησης, που θα οδηγήσουν στο μετασχηματισμό μιας ασηπτικής αντίδρασης σε μια μολυσματική διεργασία.
Όταν ένα πλέγμα επιμολυνθεί μια συνδυασμένη ιατρική και χειρουργική προσέγγιση που περιλαμβάνει συνδυασμούς ενδοφλέβιων αντιμικροβιακών παραγόντων και πλήρη χειρουργική αφαίρεση του πλέγματος είναι η προτιμώμενη στρατηγική διαχείρισης.
Για διάφορους λόγους, η μονοθεραπεία με ενδοφλέβια αντιβιοτικά αποφεύγεται, γιατί το πολυμερές του εμφυτευμένου πλέγματος οδηγεί στην ανάπτυξη μιας πυκνής ινώδης κάψας που περιβάλλει το πλέγμα και περιορίζει τη διείσδυση των αντιμικροβιακών παραγόντων στο μολυσμένο πλέγμα. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι ο Staphylococcus spp., που αποτελεί τον πιο κοινό αιτιολογικό οργανισμό σε μολύνσεις πλεγμάτων παράγουν ένα βιοφίλμ επί της πρόθεσης, με αποτέλεσμα να προστατεύονται τα μικροοργανισμοί ταυτόχρονα από τα αντιβιοτικά και το ανοσοποιητικό του ξενιστή . Ατελής απομάκρυνση του πλέγματος θα πρέπει να υπάρχει σε κάθε περίπτωση με εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα λοίμωξη μετά την αφαίρεση πλέγματος.
Η μόλυνση πλέγματος πολυεστέρα ή πλέγματος πολυπροπυλενίου μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποστράγγιση και αντιμικροβιακούς παράγοντες μόνο, ενώ το μολυσμένο πλέγμα θα πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά σε περιπτώσεις μόλυνσης ενός πλέγματος από πολυτετραφθοροαιθυλένιο.
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν συγκριτικές δοκιμές  σχετικά με τα διάφορα αντιμικροβιακά σχήματα για τη διαχείριση των λοιμώξεων του πλέγματος, αλλά πρέπει  πρέπει τουλάχιστον να  περιλαμβάνουν κάλυψη για τον Staphylococcus spp.

Βιβλιογραφία
1. Luijendijk RW, Hop WC, van den Tol MP et al. A comparison of suture repair with mesh repair for incisional hernia. N Engl J Med 2000; 343: 392–398.
2. Vrijland WW, van den Tol MP, Luijendijk RW et al. Randomized clinical trial of non-mesh versus mesh repair of primary inguinal hernia. Br J Surg 2002; 89: 293–297.
3. Klosterhalfen B, Hermanns B, Rosch R, Junge K. Biological response to mesh. Eur Surg 2003; 35: 16–20.
4. Butler CE, Navarro FA, Orgill DP. Reduction of abdominal adhesions using composite collagen–GAG implants for ventral hernia repair. J Biomed Mater Res 2001; 58: 75–80.
5. Debodinance P, Delporte P, Engrand JB, Boulogne M. Development of better tolerated prosthetic materials: applications in gynecological surgery. J Gynecol Obstet Biol Reprod (Paris) 2002; 31: 527–540.
6. Klinge U, Klosterhalfen B, Birkenhauer V, Junge K, Conze J, Schumpelick V. Impact of polymer pore size on the interface scar formation in a rat model. J Surg Res 2002;103: 208–214.
7. Arroyo A, Garcia P, Perez F, Andreu J, Candela F, Calpena R. Randomized clinical trial comparing suture and mesh repair of umbilical hernia in adults. Br J Surg 2001; 88:1321–1323.
8. Grant AM. Open mesh versus non-mesh repair of groin hernia: meta-analysis of randomised trials based on individual patient data [corrected]. Hernia 2002; 6:130–136.
9. Korenkov M, Sauerland S, Arndt M, Bograd L, Neugebauer EA, Troidl H. Randomized clinical trial of suture repair, polypropylene mesh or autodermal hernioplasty for incisional hernia. Br J Surg 2002; 89: 50–56.
10. Heniford BT, Park A, Ramshaw BJ, Voeller G. Laparoscopic ventral and incisional hernia repair in 407 patients., J Am Coll Surg 2000; 190: 645–650.
11. Heniford BT, Park A, Ramshaw BJ, Voeller G. Laparoscopic repair of ventral hernias: nine years’ experience with 850 consecutive hernias. Ann Surg 2003; 238:391–399.
12. Kirshtein B, Lantsberg L, Avinoach E, Bayme M, Mizrahi S. Laparoscopic repair of large incisional hernias. Surg Endosc 2002; 16: 1717–1719.
13. Petersen S, Henke G, Freitag M, Faulhaber A, Ludwig K. Deep prosthesis infection in incisional hernia repair: predictive factors and clinical outcome. Eur J Surg 2001; 167:453–457.
14. Cobb WS, Harris JB, Lokey JS, McGill ES, Klove KL. Incisional herniorrhaphy with intraperitoneal composite mesh: a report of 95 cases. Am Surg 2003; 69: 784–787.
15. McGreevy JM, Goodney PP, Birkmeyer CM, Finlayson SR, Laycock WS, Birkmeyer JD. A prospective study comparing the complication rates between laparoscopic and open ventral hernia repairs. Surg Endosc 2003; 17: 1778–1780.
16. Chari R, Chari V, Eisenstat M, Chung R. A case controlled study of laparoscopic incisional hernia repair. Surg Endosc 2000; 14: 117–119.
17. Geisler DJ, Reilly JC, Vaughan SG, Glennon EJ, Kondylis PD. Safety and outcome of use of nonabsorbable mesh for repair of fascial defects in the presence of open bowel. Dis Colon Rectum 2003; 46: 1118–1123.
18. Due SS, Billesbolle P, Hansen MB. Osteomyelitis. A rareand serious complication of inguinal hernia surgery. Ugeskr Laeger 2001; 163: 3230–3231.